Αναζήτηση σε αυτό το ιστολόγιο

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Γιανίτσαροι και Μπούλες

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
Γιανίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα



Έθιμα που έμειναν αναλλοίωτα στο πέρασμα των χρόνων και είναι άρρηκτα δεμένα με την παράδοση της Νάουσας αναβιώνουν κάθε χρόνο τις ημέρες του καρναβαλιού
Ξημερώματα της προτελευταίας Κυριακής της Αποκριάς στη Νάουσα. Οι δρόμοι της πόλης είναι άδειοι και το μόνο που διαταράσσει τη σιωπή είναι ο μελαγχολικός ήχος του ζουρνά. Οι Γιανίτσαροι έχουν μόλις ντυθεί και ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το μπουλούκι και τις Μπούλες στο μακρύ ταξίδι τους.
Οι Ναουσαίοι, που ντύνονται Γιανίτσαροι είναι αυτές τις ημέρες τα τιμώμενα πρόσωπα. Για το ντύσιμό τους, μάλιστα, ακολουθείται ολόκληρη ιεροτελεστία, την οποία παρακολουθούν μόνο στενοί συγγενείς και φίλοι.
Ο Γιανίτσαρος, με την καθοδήγηση ενός παλιού Γιανίτσαρου, φοράει μεταξύ άλλων φουστανέλα και τσαρούχια, ενώ η φορεσιά του στολίζεται με πολλές σειρές από βαριά και λεπτοδουλεμένα ασημένια νομίσματα.
Η μεταμφίεση του λεβέντη Ναουσαίου σε Γιανίτσαρο ολοκληρώνεται με τον "πρόσωπο", μια μάσκα από πανί κερωμένο στην εσωτερική πλευρά και στοκαρισμένο στην εξωτερική. Στον "πρόσωπο" ζωγραφίζεται ένα τσιγκελωτό μουστάκι, ενώ επίσης υπάρχουν μικρές σχισμές για τα μάτια και το στόμα. Το δέσιμο του προσώπου γύρω από το κεφάλι απαιτεί ιδιαίτερη τέχνη και για το λόγο αυτό, ανατίθεται σε ειδικευμένους Ναουσαίους τεχνίτες.
Ο Γιανίτσαρος είναι πλέον έτοιμος. Από μακριά ακούγεται ο ήχος του ζουρνά, που παίζει το "μάσιμο". Μόλις οι οργανοπαίχτες φθάσουν στο σπίτι, ο Γιανίτσαρος τινάζεται στο παράθυρο και, αφού πιάσει από το χέρι όλους τους παρευρισκόμενους, αναπηδά τρεις φορές στα δυο του πόδια. Στην εξώπορτα κάνει τρεις φορές το σταυρό του, κατεβαίνει βιαστικά τις σκάλες και ενώνεται με το "μπουλούκι", που καθοδηγείται από μία ή δύο Μπούλες.
Οι "Μπούλες"
Το ρόλο της Μπούλας υποδύεται πάντα άνδρας ντυμένος με φαρδιά γυναικεία ρούχα. Η Μπούλα οφείλει να φιλήσει το χέρι των σπιτικών και των μελών του μπουλουκιού. Όλοι της δίνουν χρήματα, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για την ενίσχυση του αγώνα κατά των Τούρκων.
Στη συνέχεια το μπουλούκι ξεκινάει για το κονάκι του Μουντίρη (Δημαρχείο), όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι Ναουσαίοι και επισκέπτες. Οι οργανοπαίχτες παίζουν το προσκύνημα. Οι Γιανίτσαροι, όμως, δεν προσκυνούν σα ραγιάδες, αλλά τινάζονται αγέρωχα, ενώ αντίθετα οι Μπούλες κάνουν τεμενάδες.
Ο αρχηγός των Γιανίτσαρων ανεβαίνει στο κονάκι και βγάζει τον "πρόσωπο", ώστε να πειστεί ο Μουντίρης ότι το μπουλούκι δεν απαρτίζεται από αντάρτες. Την ίδια ώρα, ορισμένοι ευυπόληπτοι πολίτες επιβεβαιώνουν ότι πράγματι όλοι οι άνδρες είναι φιλήσυχοι Ναουσαίοι. Στην πραγματικότητα, όμως, στο μπουλούκι κρύβονται πολλοί επαναστάτες, που κατέβηκαν από τις κορφές του Βερμίου για να στρατολογήσουν νέους αντάρτες.
Ο Μουντίρης, πεπεισμένος για τις καλές προθέσεις του μπουλουκιού, δίνει την άδειά του για τη συνέχιση της γιορτής και αμέσως ο ζουρνάς αλλάζει σκοπό και παίζει θριαμβευτικά την πρώτη πατινάδα: "Κάτω στη Ρόιδο τη Ροϊδοπούλα, Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα". Ακολουθούν ο "Θούριος" του Ρήγα και η "Παπαδιά", ενώ το γλέντι ολοκληρώνεται με τη "Μακρινίτσα".
Την επόμενη Κυριακή επαναλαμβάνεται ακριβώς το ίδιο πρόγραμμα. Το βράδυ, όμως, μόλις οι πρωταγωνιστές του δρώμενου επιστρέψουν στα σπίτια τους, δε λείπει η "χάσκα".
Ο αρχηγός της οικογένειας δένει στην άκρη ενός σπάγκου ένα κομμάτι σκληρό χαλβά και καθένα από τα μέλη της οικογένειας προσπαθεί να το πιάσει με το στόμα. Όποιος κατορθώσει να πιάσει το χαλβά, αυτός και το δικαιούται.
Το πρωί της Καθαράς Δευτέρας το μπουλούκι συγκεντρώνεται εκ νέου και οι Γιανίτσαροι, χωρίς μάσκες πλέον και με πλήθος κόσμου να τους ακολουθεί, χορεύουν ξέφρενα. Αργά το βράδυ έρχεται πλέον η ώρα του "χωρισμού". Οι Γιανίτσαροι και οι Μπούλες, αφού κάνουν έναν κύκλο με τον οργανοπαίχτη στη μέση, θα το χτυπήσουν συμβολικά με την πάλα στο κεφάλι και σηκώνοντάς τον θα φωνάξουν: "Ό,τι είπαμε και δεν είπαμε εδώ να μείνει". Και θα ανανεώσουν, έτσι, το ραντεβού τους για τον επόμενο χρόνο.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ

Εις την Νίκαιαν την περίφημον πόλιν δια τας διασκεδάσεις των απόκρεων, λέγουν ότι εφέτος εορτάσθη η πεντηκονταετηρίς του Καρναβάλου. Εάν έχει έτσι το πράγμα, το ιδικό μας Καρναβάλι είναι κατά πολύ αρχαιότερον. Χρονολογείται πολύ προ της μαγάλης ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Επί Αλή πασιά του Τεπελενλή εις τα Ιωάννινα ο Γενίτσαρος έπαιρνε και έδιδε με την ιδιάζουσαν εκείνην στολήν του, η οποία ήτο ποτούρια τσόχινα μέχρι των ποδών, κεντημένων με χρυσογάϊτάνια, παρέκει. Ι …. την κεφαλήν από ζωνάρι μεταξωτό, πισλιά επίσης τσόχινα χρυσοκεντημένα και το απαραίτητο γιαταγάνι εις τα αριστερά. Τον γενίτσαρον τούτον ούτω πως ενδεδυμένον μετέφεραν εδώ έμποροι Ναουσαίοι επικοινωνούντες με τα Ιωάννινα, όπου μεταβαίνοντες επώλουν λάδι, σιαγάκια, και τα περίφημα της Ναούσης όπλα με τσιάρκι Κωστιούλη και λαμνί Πλήκα. Κατόπιν δε ο λογοθέτης και Άρχων της Ναούσης Ζαφειράκης, εις τα μάτια του οποίου πολύ άσχημα κτυπούσαν τα τουρκικά πουτούρια, αντικατέστησε ταύτα δια της φουστανέλλας σύμφωνα με το πνεύμα της τότε εποχής και το αρματωλικό και κλέπτικο φρόνημα. Άλλ’ η φουστανέλλα αύτη δεν έπρεπε να είναι μακρά, ως εκείνη, την οποίαν εφόρουν εις την Πελοπόννησον και την στερεάν Ελλάδα δηλ.15=20 εκατοστά κάτω του γόνατος, αλλά κοντά αρματωλική 4=5 δακτύλους άνω του γόνατος, σημείον της νύ….τείας του φέροντος αυτήν, εξαρτήματα της φουστανέλλας ήσαν οι κάτασπρες χολέβες δεμένες κάτωθεν του γόνατος με βοδέτες μεταξωτές φουντωτές, η φέρμιλη εμπρός, τα πισλιά οπίσω, αι δύο παλάσκαι η μία εμπρός η άλλη οπίσω, τα τοκάδια σταυροειδώς οπίσω και τα κιουστέκια εμπρός εις το στήθος φέροντας εικόνας αγίων και προ πάντων του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου πολιούχων της Ναούσης. Εις την κεφαλήν το μεταξωτό ζωνάρι από την Τρίπολιν της Αφρικής τα λεγόμενα ταραμπουλούζ, τσαρούχια δε λιάπικα μοσχοβολούντα από δέρμα τελετίνι, τα οποία μόνον εις τα Ιωάννινα κατασκευάζοντο.Προσωπίς δε πανομοιότυπος αυτή η σημερινή χρώματος ερυθρολεύκου παριστώντος τον σφριγηλόν νεανίαν, με μάτια μικρά, στόμα μικρόν αλλά μύστακα μακρόν αρειμανίως προς τα άνω στραμμένον εις ένδειξιν του ελευθέρου φρονήματος. Δια την κατασκευήν της προσωπίδος ταύτης ο Ναουσαίος Μπλατσιώτης αρκετόν χρόνον εμαθήτευσεν εις τεχνίτην Ιωαννίτην. Από τους οιούς δε αυτού εδιδάχθη την τέχνην ο μοναδικός εις το είδος αυτό Αριστείδης Μπλατσιώτης. Και τέλος η πάλα, η οποία έπαιζε και τον σπουδαιότερον ρόλον. Διότι οι Τούρκοι την πολυτελή αυτήν αμφίεσιν του Γενιτσάρου έχουσαν πολλήν την ομοιότητα με την Αλβανικήν τουρκικήν ενδυμασίαν την ηνείχοντο, την πάλαν όμως όχι. Ο φανατικός και περήφανος Τούρκος βαρέως έφερε βλέπων τον ραγιάν να επισείη ενώπιόν του την πάλα και να την ρίπτη 8 και 10 μέτρα υψηλά και πηδώντας να την πιάνη. Όταν το 1897 κηρυχθέντος του πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το κανόνι βροντούσεν εις τα σύνορα, ο Καϊμακάμης Βερροίας με επιτελείον αξιωματικών ήλθεν εδώ δια να απαγορεύσουν την πάλαν. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, η πάλα ήστραψεν και οι Τούρκοι έδωκαν μπαχτσίσι. Όπου βαθέως ερριζωμένη ήτο το παλαιόν ετούτο έθιμον, το οποίον οι κατά καιρούς άρχοντες της πόλεως εκθύμως υπεστήριξαν. Σύντροφος του Γενιτσάρου συνοδεύουσα αυτόν ήτο η νύφη, η λεγομένη μπούλα δια την ύπαρξιν της οποίας δύο εκδοχαί υπάρχουσιν. Κατά τους μεν ως εκδήλωσις της αρ….τικής διαθέσεως του Γενιτσάρου, κατά τους δε ως επινόησις προς αργυρολογίαν. Η νύφη στολισμένη ως αληθινή νύμφη, με φουστάνι πολυτελές και με κουλάνι (ζώνην) ασημένιο ζωσμένη και την κεφαλήν με τεχνητά λουλούδια εστεμένην, έπρεπε να είναι λυγερή και να χορεύη ωραία δια να σαγηνεύη τον θεατήν και να του πάρη την δεκάραν. Και ήτο ανάγκη να γίνη τούτο, διότι ο καρνάβαλος είχε πολλά έξοδα. Χρήματα εχρειάζοντο δια την προμήθειαν των ασημικών, δια την άδειαν των Αρχών (των τουρκικών), δια την πληρωμήν των νταουλίων, την διατροφήν του νταουλτζή και ζουρνατζή, οι οποίοι όλοι σχεδόν ήσαν ξένοι και ερχόμενοι εκ Βερροίας και των περιχώρων, οι οποίοι ως ανταλλάξιμοι απήλθον. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ενδεδυμένοι και έ…ασμένος ο γενίτσαρος και η νύφη και ….ελούντες ομάδας (μπουλιούκια) από 6-8 άτομα έπρεπε κατά παλαιόν έθιμον καθιερωθέν υπό των αρχόντων της Ναούσης προ του 1821, οπότε ουδείς τούρκος υπήρχεν εν αυτή να επισκεφθούν το Διοικητήριον, όπου κατά πρώτον εχόρευον τον συγκαθιστόν, χορόν, καθ’ όν το άρρεν κυνηγά το θήλυ, το οποίον με ευστρόφους ελιγμούς πάντοτε ξεφεύγα. Αλλά και μετά την καταστροφήν της Ναούσης το 1822 και τον νέον συνοικισμόν της πόλεως διετηρήθη αυστηρώς το έθιμον τούτο, του να επισκέπτονται δηλ. η μπούλες πρώτον το Διοικητήριον, όπου αι τουρκικαί αρχαί ανέμεναν αυτάς και τας εφιλοδώρουν. Εκείθεν χορεύοντες το μπουλούκι χαβαα ή περιήρχοντο τας κεντρικωτέρας οδούς της πόλεως σταματώντες εις τας πλατείας και τέλος όλα τα μπουλούκια, ανερχόμενα εις 6=8 και ενίοτε εις δέκα έπρεπε να καταληξουν εις την πλατείαν «Καμμένα» όπου εδημιουργείτο ένα αληθές πανδαιμόνιον. Την δε επιούσαν, ήτοι την καθαράν δευτέραν ετελούντο και ιππικοί αγώνες, αφετηρίαν μεν έχοντες τον κήπον του κ. Πετρίδου, τέρμα δε τον μοναχόν πλάτανον. Αυτά είναι αγαπητή μου αναγνώστρια και αγαπητέ μου αναγνώστα, η ιστορία και η εξέλιξις του Καρναβάλου μας. Ως βλέπετε, ο Γενίτσαρος διετηρήθη σχεδόν ο αυτός απέριψεν μόνον τας δύο παλάσκας, αι οποίαι τον εμπόδιζον εις τον χορόν. Η νύφη όμως έλειψε και μαζί με αυτήν έλειψε και ο μοναδικός πόρος του Καρναβάλου. Και δια τούτο από τα συνήθως έξι-οχτώ μπουλιούκια περιωρίσθησαν εις έν και μόνον. Ιδού ένα ζήτημα, το οποίον πρέπει να εμβάλη εις σκέψεις όλους τους θιασώτας των Πατρίων, οι οποίοι θέλουν να διατηρηθή το ωραίον αυτό έθιμον, το οποίον αριθμεί βίον 150 περίπου ετών. Και επειδή οι λόγοι είναι μόνον χρηματικόν δια τούτο ενδείκνυται η σύστασις ενός «Κομιτάτου των Απόκρεων» το οποίον εν συνεργασία μετά του Δημοτικού Συμβουλίου να έρχεται αρωγόν εις τον Καρνάβαλον, μαζί με τον οποίον όλοι μας μικροί και μεγάλοι διασκεδάζομεν και δια την οποίαν διασκέδασίν μας οι ξένοι μας καλοτυχίζουν και μας θαυμάζουν. «Απορώ και εξίσταμαι, μας έλεγεν ένας ξένος, με το μοναδικό αυτό θέαμα. Όλοι χορεύετε, τα παιδιά χορεύουν, οι νέοι χορεύουν, οι άνδρες χορεύουν. Σατυρίζονται πρόσωπα, διακωμωδούνται έθιμα, παρατηρείται αληθής πανζουρλισμός και όμως μια μύτη δεν ματώνει, ένας μικροκαυγάς δεν γίνεται, ένα απλούν επεισόδιον δεν λαμβάνει χώραν μεταξύ 10 χιλιάδων χορευτών, οι οποίοι πίνουν και γλεντούν».

Απόκριες με την... Μπούλα
Κ. ΣΤ. ΤΣΙΠΗΡΑΣ


Σε τρεις μόνο πόλεις της Ελλάδας μπορεί να έχει ο επισκέπτης την αίσθηση ότι βρίσκεται σε ένα είδος μπαλκονιού που αγναντεύει τον κάμπο και την ίδια στιγμή να αισθάνεται ότι η «πλάτη» αυτού του μπαλκονιού ακουμπάει στις υπώρειες των κλιτύων ενός μεγάλου βουνού που φράζει μονόμπαντα τον ορίζοντα. Και οι τρεις βρίσκονται περίπου στον ίδιο γεωγραφικό χώρο και δεν είναι άλλες από την Εδεσσα, τη Νάουσα και τη Βέροια.
Στα πόδια τους ο κάμπος της Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά δεν χτίστηκαν σ' αυτόν, γιατί κάποτε ήταν ένα έλος ατέλειωτο, ένας βάλτος, σαν κι αυτόν που περιέγραψε στα «Μυστικά» της η Πηνελόπη Δέλτα. Πίσω, βουνά θεόρατα το Βέρμιο και ο Βόρας, με τις κλιματολογικές συνθήκες τους να μην επιτρέπουν τη μόνιμη κατοίκηση.
Στα δύο άκρα της μακεδονικής αυτής οικιστικής τριλογίας η Βέροια και η Εδεσσα. Στο κέντρο, περίπου, η Νάουσα, μια πόλη κι αυτή «μπαλκόνι που ακουμπά στο βουνό», μοναδική όμως σε όλη την Ελλάδα, όχι μόνο για τη θέα που προσφέρει αλλά για τη φυσιογνωμία και τον πολιτισμό της.
Ενα μέρος τους αποκαλύπτεται απλόχερα στον επισκέπτη μέσα από τους καταρράκτες της Αραπίτσας και τα παλιά αρχοντικά της γύρω περιοχής, μέσα από την τοπική κουζίνα, με το περίφημο τυρί, τον μπάτζιο, και τα ονομαστά κόκκινα κρασιά.
Ενα άλλο παραμένει κλειστό (όχι πεισματικά πάντως!) και απαιτεί γνώσεις για να προσεγγισθεί. Γνώσεις που μόνο μέσα από τη γνωριμία με ανθρώπους της ποιότητας του συγγραφέα και φυσιολάτρη Τάκη Μπάιτση, μια φυσιογνωμία της Νιάουστας (και όχι Νάουσας!), μπορεί κανείς να αποκτήσει. Τότε, ακόμη και η αποκριάτικη εκδήλωση «Μπούλες και Γενίτσαροι» αποκτά άλλο περιεχόμενο. Αφήνουμε τον Τ. Μπάιτση να μας μιλήσει γι' αυτά:
Η Αποκριά στη Νάουσα χαρακτηρίζεται από τρία βασικά στοιχεία: τον αυθορμητισμό των κατοίκων της, που με τον ενθουσιασμό και τη διάθεση φιλοξενίας που τους διακρίνει δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ετοιμασία για τα γλέντια τους· τα σατιρικά καρναβάλια, που με αναπαραστάσεις εθίμων, κοινωνικών, πολιτικών, επιστημονικών και άλλων θεμάτων, είναι κάτι ανεπανάληπτο· και το σπουδαιότερο και βασικότερο στοιχείο: το έθιμο του Γιαννίτσαρου και της Μπούλας, ένα δρώμενο που χάνεται στα βάθη των χιλιετιών, παιδί του Διόνυσου κι αυτό, και φτάνει ως τις μέρες μας ατόφιο, αναλλοίωτο όπως το άφησαν οι προηγούμενες γενιές.
Ο Γιαννίτσαρος, ο περήφανος αυτός φουστανελοφόρος με τα πολλά ασημικά στο στήθος και στη φουστανέλα, τη μακριά πάλα (σπαθί) και το κέρινο «πρόσωπο» που καλύπτει το κεφάλι, είναι ο πρωταγωνιστής. Κύρια φιγούρα στο έθιμο η Μπούλα. Ανδρας μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, με φαρδιά φουστάνια και «πρόσωπο», συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του μπουλουκιού. Αναπόσπαστο κομμάτι του δρώμενου τα μικρά παιδιά που μιμούνται τους μεγάλους σε όλες τις κινήσεις. Απαραίτητη στο τέλος της πομπής η μουσική. Ζουρνάς και νταούλι, τα μοναδικά όργανα που καλύπτουν όλη την ιεροτελεστία από το πρωί ως αργά το βράδυ χωρίς σταματημό.
Το μπουλούκι θα το ανταμώσουμε την Κυριακή της Αποκριάς γύρω στις 12 το μεσημέρι στο Δημαρχείο. Εδώ θα 'ρθει για το «προσκύνημα» και θα πάρει την άδεια να γυρίζει στους δρόμους της πόλης, από τον πρώτο άρχοντα του τόπου, τον δήμαρχο. Οι ντόπιοι θα δακρύζουν και οι ξένοι θα γίνονται ένα με αυτούς όταν ο ζουρνάς θα παίζει το «Ως πότε παλικάρια», τον αθάνατο θούριο του Ρήγα. Θα στηθεί κύκλος μεγάλος και οι λεβέντες νέοι θα χορέψουν πολλούς παραδοσιακούς χορούς ­ Παπαδιά, Νταβέλη, Τσιάμικο και τόσους άλλους. Η Μπούλα με μεγάλο σεβασμό θα σύρει τη Μακρυνίτσα, χορό με τον οποίο οι γυναίκες και τα παιδιά τους προτίμησαν τα αφρισμένα νερά της Αράπιτσας από τα χέρια των Τούρκων τον μαύρο Απρίλιο του 1822.
Θα γυρίσουν με τις πάλες, πατινάδα, όλες τις παλιές γειτονιές στήνοντας χορό σε κάθε Τριώδι (μικρή ή μεγάλη πλατεία). Στ' Αλώνια το βράδυ θα βγάλουν τους προσωπάδες, θα γίνουν ένα με τον κόσμο που ακολουθεί και θα χορέψουν αντάμα παλιοί και νέοι χορευτές.
Με κάθε χειραψία ο Γιαννίτσαρος πηδά δυο-τρεις φορές λέγοντας «χρόνια πολλά», ενώ η Μπούλα σφίγγει τα χέρια όλων που της δωρίζουν χρήματα (έθιμο του τόπου κι αυτό).
Οι Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες θα βγουν στους δρόμους την Κυριακή της Αποκριάς και τη Δευτέρα, την επόμενη Κυριακή και την Καθαρά Δευτέρα, καθώς επίσης και την Κυριακή της Ορθοδοξίας στις περιοχές του Σπήλιου και του Παπαράντου.
Πέρα από το έθιμο, τις Απόκριες οι επισκέπτες της πόλης θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν έναν όγκο χορευτικό παραδοσιακών συγκροτημάτων. Περνώντας από τις γειτονιές της θα δώσουν το παρών στην κεντρική πλατεία την ώρα της προγραμματισμένης παρέλασης το Λύκειο Ελληνίδων της Νάουσας, ο «Πυρσός», οι «Βλάχοι», η «Εύξεινος Λέσχη» και τόσα άλλα πλαισιωμένα από λαμπρούς νέους της Νάουσας.
Συγχρόνως τα σατιρικά καρναβάλια περιφέρονται στους δρόμους για να καταλήξουν και αυτά στην πλατεία, όπου προσπαθούν να αποδώσουν στους θεατές το θέμα που από μήνες ετοίμαζαν.
Πώς να πάτε: Εθνική οδός Αθηνών - Θεσσαλονίκης και λίγα μόλις δεκάδες χιλιόμετρα μετά την Κατερίνη στρίβουμε αριστερά και κατευθυνόμαστε προς τη Βέροια. Από εκεί η Νάουσα απέχει μόλις 19 χλμ.
Πού να μείνετε: Το καλύτερο ξενοδοχείο βρίσκεται στον Αγιο Νικόλαο, 3 χλμ. βόρεια της πόλης (τηλ. 0332 29311), στο οποίο για να βρείτε δωμάτιο πρέπει να κλείσετε εβδομάδες πριν!
Μην ξεχάσετε να επισκεφθείτε: Το χιονοδρομικό κέντρο των Τριών-Πέντε Πηγαδιών. Το περίφημο Κιόσκι, το πάρκο της πόλης, ένα πραγματικό μπαλκόνι στον κάμπο της Ημαθίας. Δύο χιλιόμετρα από την πόλη, τη σχολή του Αριστοτέλη και στη συνέχεια τους αρχαίους και μοναδικής λαμπρότητας μακεδονικούς τάφους των Λευκαδίων.
Το ΒΗΜΑ, 06/02/2000 .
ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΛΕΣ

Στην πόλη της Νάουσας τις ημέρες της αποκριάς έχουμε το δρώμενο των Γενιτσάρων και της Μπούλας. Ένα έθιμο που οι ρίζες του χάνονται στο βάθος των αιώνων και της Ιστορίας.
Το παρακάτω άρθρο του κ Πέτρου Δεινόπουλου, δημοσιεύτηκε στο Ναουσαίϊκο περιοδικό «Νιάουστα» στο 6ο τεύχος Ιαν। Φεβ. Μαρτ. 1979 σελ. 162,163,164. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το έθιμο στο βιβλίο του κ. Τάκη Μπαΐτση «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας» έκδοση του Ομίλου «Γενίτσαροι και Μπούλες» Θεσσαλονίκη 2001, και στο περιοδικό «Νιάουστα» τεύχη 70 & 71 Ιαν.-Ιουν 1995.

ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΛΕΣ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΛΕΧΑΙΝΑ
(Κοινές ρίζες στην αρχαιότητα και στην τουρκοκρατία)

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 αναβίωνε το Ναουσαίϊκο Καρναβάλι μετά από 15ετή διακοπή, λόγο του πολέμου και των γεγονότων που ακολούθησαν. Τότε (1955) ιδρύθηκε και ο Τουριστικός Όμιλος που ανέλαβε τη διοργάνωση των αποκριάτικων εκδηλώσεων. Άρχισαν να έρχονται χιλιάδες επισκέπτες στη Νάουσα, οι οποίοι, ήταν φυσικά, να εντυπωσιαστούν από τους Γενίτσαρους και τις Μπούλες και να ζητούν πληροφορίες για την «καταγωγή» τους.
Βοηθούντος και του πατριωτικού κλίματος της εποχής, συνδέσαμε τα δρώμενα, με εθνικά γεγονότα, με την επανάσταση της Νάουσας, τον Μακεδονικό Αγώνα κ..τ.λ. Άλλωστε σ' όλην την Ελλάδα αυτό γίνεται. Όλα τα συνδέουμε με εθνικούς αγώνες, γιατί ακόμα κι αν δεν, προήλθαν από αυτούς, πάλι σε κάποιο στάδιο συνυπήρξαν και άσκησαν επίδραση. Την «εξήγηση» αυτή, πρόβαλε αργότερα (1988) και ο Τάκης Μπάϊτσης, προχωρώντας μάλιστα και στον χρονικό προσδιορισμό της «γέννησης» του εθίμου.
Στο Βιβλίο του «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας», (σελ. 28). αφού αναφέρει την περίπτωση του παιδομαζώματος στη Νάουσα, την εξέγερση του Καραδήμου και των παλικαριών του και την εξόντωση τους από τους Τούρκους, συμπληρώνει, χωρίς ν' αναφέρει την πηγή στην οποία στηρίζει την περίεργη εκδοχή του: «Αντί μνημοσύνου τον επόμενο χρόνο 1706 οι νέοι της Νάουσας, ντύνονται την αρματολική τους στολή και φορώντας το πρόσωπο ήταν και τότε μέρες αποκριάς (...), μέρες ξεφαντώματος από την αρχαιότητα για να μην τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι (...), γύριζαν στην πόλη αναπαριστώντας το παιδομάζωμα.....»
Ο Καθηγητής Θωμάς Γαβριηλίδης με δυο άρθρα του στη «Νιάουστα»» (τεύχη 70 κα 71, «Γιανύτσαρος και Μπούλα»), διατυπώνει άλλη θεωρία, καταφεύγοντας στην «ιστορία των ονομάτων». Γράφει Γιανύτσαρος με «ύψιλον» για να υποστηρίξει ότι προέρχεται κατευθείαν από τον Διόνυσο (Διόνυσος – Γιάνουσος – Γιανύτσαρος), ενώ για τις Μπούλες πιθανολογεί την προέλευση τους από τις αρχαίες Βαβύλες, που οι Ρωμαίοι πρόφεραν «Μπαμπούλες» και εμείς τις κάναμε «Μπούλες».
Μπούλες και Γενίτσαρους όμως δεν έχουμε μόνο στη Νάουσα. Ανάλογο δρώμενο υπάρχει και στην Ηλεία, όπως το πριν από μερικά στη «Φωνή της Ναούσης», χωρίς να παραθέσουμε αποδεικτικά στοιχεία γι’ αυτό ίσως και δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή. Αναγκαστήκαμε λοιπόν, ν' αναζητήσουμε περισσότερες πληροφορίες, από τον Δήμο Λεχαινών, κοινότητες της Ηλείας και εφημερίδες της περιοχής.
Την προσπάθεια μας βοήθησαν με ενθουσιασμό ο Δήμαρχος Λεχαινών κ Δημ. Χατζηγιάννης και ο φίλος του εθίμου και εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Μυρσίνη» κ Διον. Μπώκος, ο οποίος μας έστειλε πλούσιο υλικό για το έθιμο που δεν υπάρχει μόνο στα Λεχαινά, αλλά διατηρείται και στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Μυρσίνη καθώς και σε άλλες Κοινότητες της Ηλείας . τους ευχαριστούμε θερμά και ευχόμαστε να πραγματοποιηθεί η κοινή μας επιθυμία για μια στενότερη επαφή και αλληλογνωριμία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας δόθηκαν, το «μπουλούκι» στα Λεχαινά λέγεται «Γκοτσαριά» και το αποτελούν εννέα άνδρες : Ένας Αρχιγενιτσάρης, με έξι Γενιτσαραίους και δυο Μπούλες. Στο «Γενιτσαρίστικο» χορό συνοδεύουν ζουρνάς και νταούλι. Ένας άλλος χορός τους λέγεται «πηδητός» (μήπως ο δικός μας «νιζάμικος»;). Όταν φθάνουν μπροστά στους Επίσημους, τους χαιρετούν με μια «φούρλα» αντί για τα πηδήματα των δικών μας.
Η Μπούλα
Ο «Γενίτσαρος» της Νάουσας και ο «Γενίτσάρης των Λεχαινών μας παραπέμπουν στην περίοδο της τουρκοκρατίας। Το ίδιο και η Μπούλα. Τη λέξη «μπούλα», βρήκαμε στα λεξικά τριών τουλάχιστο Βαλκανικών γλωσσών, σερβικά, βουλγαρικά και. αλβανικά, με τη σημασία της χανούμισσας, της τουρκάλας. Με την ίδια σημασία, αναφέρεται και στα γλωσσικά ιδιώματα των βορειοανατολικών νησιών του Αιγαίου, στη Λήμνο(1), την Ίμβρο, Τένεδο κ.τ.λ.
Η λέξη δεν υπάρχει σε τουρκικά λεξικά, προφανώς, διότι τη χρησιμοποιούσαν μάλλον κοροϊδευτικά οι ραγιάδες όπως φαίνεται και από τον συνηθισμένο στη Νάουσα χαρακτηρισμό «χούτα μπούλα», κουτή γυναίκα, που λέγεται και για γυναίκα η οποία είναι ντυμένη με χτυπητά παρδαλά φουστάνια σαν «μπούλα». Και στην νήσο Ίμβρο την ίδια έννοια έχει ο χαρακτηρισμός.(2)
Όλα αυτά καθώς και η στολή της Μπούλας, με το παρδαλό φουστάνι, με το στεφάνι και τις πολύχρωμες κορδέλες, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Ναουσαίοι με τη γελοιογραφική αυτή καρικατούρα, ήθελαν να σατιρίσουν τις τουρκάλες και να βγάλουν το άχτι τους. Αυτό το συμπέρασμα ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι «Μπούλες» έπαυσαν να συμμετέχουν στο μπουλούκι των «Γενιτσάρων» από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, μετά δηλαδή την ανταλλαγή των πληθυσμών και την αναχώρηση των Τούρκων της Νάουσας,(3) οπότε δεν υπήρχε ο στόχος της σάτιρας. Οι «Μπούλες» όπως είναι γνωστό, ξανάκαναν την εμφάνιση τους, στις απόκριες του 1955.
Κοινές ρίζες
Όλα αυτά τα στοιχεία μας οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το έθιμο του Γενίτσαρου και της Μπούλας στη Νάουσα και τα Λεχαινά, εκτός από τις κοινές αρχαίες ρίζες του, έχει κοινές και νεώτερες επιδράσεις που πρέπει να τις εντοπίσουμε στην περίοδο της τουρκοκρατίας, με πιθανό σύνδεσμο τους Λαλαίους, τους Τουρκαλβανούς κατοίκους του χωριού Λάλα της Ηλείας, που κατά την περίοδο της επανάστασης του ’21 το χωριό Λάλα που ήταν ορμητήριο των πολεμοχαρών τουρκαλβανών, οι οποίοι λυμαίνονταν τα ελληνικά χωριά, καταστράφηκε από τους Έλληνες επαναστάτες και οι κάτοικοι του εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα και σε άλλες περιοχές βορειότερα. Στους ιστορικούς εναπόκειται να ερευνήσουν αν στάλθηκαν και στη Νάουσα, μετά την επανάσταση της πόλης για να συνετίσουν τους άπιστους Ναουσαίους
Οι κοινές αρχαίες ρίζες και τα νεώτερα κοινά στοιχεία, δεν σταματούν βεβαίως την εξέλιξη του εθίμου, που προσαρμόζεται στις εκάστοτε τοπικές συνθήκες. Οι διαφοροποιήσεις παρατηρούνται και στις στολές. Πιο απλές στα Λεχαινά, πιο εντυπωσιακές στη Νάουσα, όπου η στολή του Γενίτσαρου διατήρησε κάποια αρχαία στοιχεία («πρόσωπος», θώρακας κ.τ.λ.) που ενίσχυσαν τα νεώτερα (φουστανέλα, τσαρούχι, πάλα κ.λ.π.). έτσι ο Γενίτσαρος με την αρρενωπή εμφάνιση του δεν ήταν μόνο σύμβολο γονιμότητας, αλλά και πατριωτισμού.
Επίλογος Πριν κλείσουμε το σημείωμα αυτό, θα θέλαμε να καθησυχάσουμε όσους ενδεχομένως νομίσουν ότι τα όσα εκθέσαμε μειώνουν την αίγλη του εθίμου μας, ότι το «τουρκοποιούν» κ.τ.λ. Αντίθετα μάλιστα. Όλα δείχνουν ότι οι Γενίτσαροι και οι Μπούλες, όπως και όλα τα δρώμενα της αποκριάς, ξεκίνησαν με στόχο να σατιρίσουν τον Τούρκο δυνάστη και με την πάροδο των χρόνων, προσέλαβαν και ηρωϊκά στοιχεία, μπήκαν στην παράδοση του Λαού μας, και από γενιά σε γενιά, έγιναν βίωμα του.
Αν τα ονόματα καθόριζαν και την εθνικότητα, τότε θα έπρεπε να αμφισβητηθεί η ελληνικότητα όχι μόνο του Γενίτσαρου και της Μπούλας, αλλά και των εκατομμυρίων Ελλήνων που λόγω της μακράς περιόδου της τουρκοκρατίας φέρουν επώνυμα τουρκογενή, με καταλήξεις σε «ογλου» σε «τζης» ή με πρώτο συνθετικό το «Καρά» κ.τ.λ.
Δημοσίευση σχολίου