Αναζήτηση σε αυτό το ιστολόγιο

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Νάουσα, το Ελληνικό Μάντσεστερ σβήνει

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_30/11/2008_294192

Το κλείσιμο, εδώ και μήνες, της κλωστοϋφαντουργίας Λαναρά έχει εκτινάξει στα ύψη την ανεργία και την απελπισία των κατοίκων

Της Γιωτας Μυρτσιωτη

Νάουσα, η πόλη που ταυτίστηκε μ’ έναν επιχειρηματία. Ανθησε οικονομικά και κοινωνικά όταν εκείνος μεγαλουργούσε και κινδυνεύει να καταρρεύσει τώρα, που το σκάφος του κλωστοϋφαντουργικού ομίλου Λαναρά κλυδωνίζεται. Τέσσερις στους δέκα οικονομικά ενεργούς κατοίκους της είναι άνεργοι· και το μέλλον τους; Κύριος οίδε. Στις εποχές της ευμάρειας κατέφθαναν στη Νάουσα απ’ όλη τη Μακεδονία νέοι για να βρουν δουλειά στα εργοστάσια νήματος και υφασμάτων. Τα μεροκάματα ήταν ελκυστικά και όσοι δούλευαν στον Λαναρά θεωρούνταν οι τυχεροί, ανήκαν, μαζί με τους εργαζόμενους στο ενεργειακό κέντρο της ΔΕΗ στην Κοζάνη, στην «εργατική αριστοκρατία». Τώρα η κατήφεια κυριαρχεί στο αποκαλούμενο «Μάντσεστερ της Ελλάδας». Ο Λαναράς από ευεργέτης –υπάρχει και δρόμος που φέρει το όνομά του– έγινε «κατάρα». Από την αυτοκρατορία του απέμειναν κάποια κουφάρια εργοστασίων μέσα στην πόλη και άλλα τρία που σταμάτησαν να λειτουργούν. Οι κάτοικοι καταφεύγουν σε καταναλωτικά δάνεια για να τα βγάλουν πέρα, πωλούν σπίτια, ζουν με δανεικά, ο οικονομικός ιστός της πανέμορφης πόλης και της ευρύτερης περιοχής έχει διαρραγεί. Οι ιθύνοντες, με πρώτους τους πολιτικούς, οι τοπικοί άρχοντες, ο επιχειρηματικός κόσμος, δεν έδωσαν έγκαιρα απάντηση στο ερώτημα «μετά τον Λαναρά, τι;».

Εκλεισαν 9 βιομηχανίες μέσα σε μια δεκαετία

Το «χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου» του κλωστοϋφαντουργικού γίγαντα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Εννέα ισχυρές βιομηχανικές μονάδες έκλεισαν μεσα σε μια δεκαετία η μία πίσω από την άλλη, δημιουργώντας τη μεγαλύτερη απώλεια θέσεων εργασίας, χωρίς εναλλακτικές λύσεις για την απορρόφηση του εργατικού δυναμικού. Αποκορύφωμα ήταν το 2004-2005 όταν έβαλαν λουκέτο τρία εργοστάσια της κλωστοϋφαντουργίας Λαναρά (Τρικολάν, Κλωστήρια Β΄, Ολυμπιακή) αφήνοντας συνολικά στον δρόμο μέσα σε 15 χρόνια, πάνω απο 4.000 εργαζόμενους.

Η ανεργία σήμερα στη δεύτερη πόλη του νομού Ημαθίας χτυπάει κόκκινο. Πάνω από 35% υπολογίζονται επισήμως τα ποσοστά της, οι «παράπλευρες απώλειες είναι μεγαλύτερες», επισημαίνουν οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών φορέων που εκτιμούν ότι τα πραγματικά ποσοστά ανεργίας αγγίζουν το 50%.

Στην πληττόμενη από την ανεργία πόλη των 23.000 κατοίκων η πολιτεία έστρεψε μεν το ενδιαφέρον της χωρίς ωστόσο να προτείνει ένα στρατηγικό μοντέλο για τη μετα-βιομηχανική ανάπτυξη της περιοχής.

Η επιδοματική ενίσχυση και η ειδική ρύθμιση για πρόωρη συνταξιοδότηση όσων έχουν συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας και απολύθηκαν ή θα απολυθούν ώς τα τέλη του 2008 από τα κλωστοϋφαντουργεία της Νάουσας δεν καλύπτουν το τεράστιο κενό, καθώς δεν αφορούν το σύνολο των ανέργων που άφησε πίσω της η κατάρρευση του κλωστοϋφαντουργικού κολοσσού.

Λύση δεν αποτελούν ούτε τα προσωρινά μέτρα, όπως η «απαλλαγή από τα δημοτικά τέλη» που αποφάσισε πρόσφατα ο δήμαρχος Νάουσας για τους εργαζόμενους του ομίλου στα τρία εναπομείναντα εργοστάσια.

Στροφή στον τουρισμό

«Είναι μεγάλο βάρος και ευθύνη να ορθοποδήσει οικονομικά μια πόλη από τα ερείπια της βιομηχανίας. Απαιτούνται ισχυρά κίνητρα και γενναίες χρηματοδοτήσεις. Ο τουρισμός ειναι μονόδρομος και σε αυτόν προσανατολίζονται μικρά και μεγαλύτερα έργα υποδομών που δρομολογούνται είτε μέσω των ευρωπαϊκών κονδυλίων είτε μέσω του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων», λέει στην «Κ» ο δήμαρχος της πόλης, Τάσος Αραμπατζός.

Απόρροια της ανεργίας ήταν οι μικρές τουριστικές μονάδες (ξενώνες, αγροτοτουρισμός κ.ά.), που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, καθώς και 18, συνολικά, οινοποιεία που αναπτύχθηκαν την τελευταία δεκαπενταετία αρκούν για να μεταπηδήσει η πόλη στη μεταβιομηχανική εποχή; «Aποσπασματικές επενδύσεις μικρομεσαίου μεγέθους δεν θα επαναφέρουν σε καμία περίπτωση την ευμάρεια στην περιοχή», απαντά ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Νάουσας, Θανάσης Τσίτσης.

«Το 80% ήμασταν επαγγελματίες εργάτες», εξηγεί ο κ. Ηλίας Χαρίσης, πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων στο εργοστάσιο Α΄. «Η πόλη αυτή δημιουργήθηκε από το εργατικό δυναμικό και την εσωτερική μετανάστευση. Εργάτες από τους νομούς της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας στελέχωσαν τα εργοστάσια, εδώ μεγάλωσαν τα παιδιά τους, εδώ ρίζωσαν. Το πλήγμα ήταν μεγάλο και οι συνέπειες τώρα είναι ορατές. Η πόλη σταδιακά σβήνει. Και το χειρότερο: δεν διαφαίνεται ελπίδα».

«Ζούμε με απίστευτη στέρηση»

Μετρούν ελάχιστα ευρώ για τις καθημερινές τους ανάγκες και περιμένουν την αγροτική σύνταξη των γονιών τους για να τα φέρουν βόλτα. Καταφεύγουν σε καταναλωτικά δάνεια και πωλούν σπίτια για να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Κρύβονται από τις τράπεζες για τις δόσεις στεγαστικών δανείων και ζουν με δανεικά.

Είναι οι επαγγελματίες εργάτες που εξακολουθούν να πηγαίνουν στη δουλειά τους, αν και οι μηχανές έχουν σιγήσει εδώ και πέντε μήνες. Δεν χτυπούν κάρτα, αλλά ανακυκλώνουν τα καθημερινά τους προβλήματα περιμένοντας τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για το πράσινο φως που θα επαναφέρει το ρεύμα στις σκοτεινές μονάδες παραγωγής και θα θέσει σε επαναλειτουργία τις βιομηχανίες.

Τρία εργοστάσια έχουν απομείνει από τη μεγάλη βιομηχανική ακμή του παρελθόντος και το ενδεχόμενο να κλείσουν και αυτά «θα σημάνει τον “θάνατο” της περιοχής», μας λέει ο πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων της μεγαλύτερης μονάδας του ομίλου, Ηλίας Χαρίσης.

Εξι μήνες απλήρωτοι

Περίπου τριακόσιους βιομηχανικούς εργάτες αριθμεί συνολικά το δυναμικό της Ενωμένης Κλωστοϋφαντουργίας. Είναι οι εργαζόμενοι που βγαίνουν στους δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης για να διαδηλώσουν την εξαθλίωση στην οποία έχουν περιέλθει από τον περασμένο Μάιο. Στη Στενήμαχο, οι εργαζόμενοι της μονάδας Α΄ συγκεντρώνονται κάθε πρωί στον αυλόγυρο του εργοστασίου, αλλά πηγαινοέρχονται εδώ και έξι μήνες χωρίς αποτέλεσμα.

«Από τον περασμένο Μάιο είμαστε εγκλωβισμένοι, απλήρωτοι και σε εκκρεμότητα. Είμαι 46 ετών. Δουλεύω από 14 χρόνων. Εργάτης μια ζωή. Εχω δυο παιδιά που σπουδάζουν στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης. Για να τα βγάλω πέρα, πούλησα ένα διαμέρισμα πριν από δυο μήνες. Επειτα από 32 χρόνια δουλειάς, με 9.000 ένσημα δεν πίστευα ποτέ ότι θα ζήσω αυτήν την εξαθλίωση», λέει στην «Κ» ο Γιώργος Ιατρίδης, ένας απο τους 209 εργαζομένους της μεγαλύτερης κλωστοϋφαντουργικής μονάδας στην περιοχή.

Τη σύνταξη των γονιών περιμένουν για να αντεπεξέλθουν στα πάγια έξοδα ο 46χρονος Βασίλης Κουβατζής και η σύζυγός του, εργάτες της ίδιας μονάδας. «Είμαι πατέρας δυο παιδιών, είμαι άεργος και περιμένω τη σύνταξη των 300 ευρώ της μητέρας μου να πληρώσω το ρεύμα. Από μικρό παιδί εδώ και 32 χρόνια που εργάζομαι σ’ αυτό το εργοστάσιο οργανώνω τη ζωή μου με βάση το εισόδημα ενός εργάτη. Δεν είχα ποτέ πρόβλημα. Υπολόγιζα να εργαστώ 35 χρονια και ήρεμα να βγω στη σύνταξη. Οι εξελίξεις όμως ανέτρεψαν τα πάντα».

Απελπισμένες οι μητέρες

Λίγα χιόμετρα μακριά από τη Στενήμαχο, στο Λουτροχώρι Πελλας, στη μονάδα του ίδιου ομίλου ΒΕΡΛΑΝ, γυναίκες ξεσπούν. Εργαζόμενες από τη νεαρή τους ηλικία με συζύγους αγρότες είχαν ρυθμίσει τον οικογενειακό τους προγραμματισμό με βάση το μηνιαίο τους εισόδημα στο εργοστάσιο.

Ηλικίας άνω των 40 ετών οι περισσότερες, μητέρες παιδιών, είτε στο πανεπιστήμιο είτε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αναζητούν τρόπους για να αντιμετωπίσουν το δυσβάσταχτο οικονομικό πρόβλημα από την εξάμηνη αεργία. «Πώς να τα βγάλω πέρα με δύο παιδιά που σπουδάζουν, ένα στη Θεσσαλονίκη και ένα στη Κοζάνη, με ανοιχτά στεγαστικά δάνεια και με πιστωτικές κάρτες; Ζούμε με δανεικά και με απίστευτη στέρηση», δηλώνει απελπισμένη η 49χρονη Σιμέλα Καραβοκύρη.

«Πώς να στερήσεις τα φροντιστήρια των παιδιών που προετοιμάζονται για το πανεπιστήμιο όταν κρίνεται το μέλλον τους;» αναρωτιέται η 37χρονη Ολγα Μουρατίδου, μητέρα τριών παιδιών, ένα εκ των οποίων στην τρίτη λυκειου. Καμία δεν μπορεί να πιστέψει και κυρίως να κατανοήσει ότι αυτό το εργοστάσιο που μέχρι τον Μάιο δούλευε ρολόι με μια παραγωγή σταθερή στις πλέον εκσυγχρονισμένες μονάδες σταμάτησε να λειτουργεί από τη μια μέρα στην άλλη. «Εδώ μεγαλώσαμε, εδώ κάναμε τις οικογένειες, με αυτό έχουμε ταυτίσει τη ζωή μας. Πονάει η ψυχή μας να το βλέπουμε μέσα στο σκοτάδι», λέει η 46χρονη Γεωργία Παναγιωτίδου. «Η δουλειά μας δεν ήταν εύκολη» συμπληρώνει. «Επί οκτώ ώρες κάναμε διαδρομές χιλιομέτρων. Η σωματική κούραση αντιμετωπίζεται, η ψυχική είναι αβάσταχτη...».

Συσσωρεύονται τα χρέη

Σε καταναλωτικό δάνειο 3.000 ευρώ κατέφυγε ο 47χρονος Αριστοτέλης Σαράτσης, υπεύθυνος παραγωγής, εργαζόμενος από το 1989, πατέρας δύο παιδιών. «Είμαστε υπό ομηρεία. Κατ’ αρχήν έχει ανατραπεί όλος ο οικογενειακός προγραμματισμός. Αυτή τη στιγμή επί έξι μήνες περίπου διακόσιοι εργαζόμενοι, δηλαδή διακόσιες οικογένειες βρίσκονται σε απόγνωση. Μας εμπαίζουν συστηματικά και είναι ντροπή. Τα προβλήματα στα σπίτια συσσωρεύονται και το χειρότερο είναι ότι δεν υπάρχει ελπίδα σε μια περιοχή που μαστίζεται από ανεργία». http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_30/11/2008_294192

Ετικέτες Technorati: ,,
Δημοσίευση σχολίου