Αναζήτηση σε αυτό το ιστολόγιο

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

«Η ΠΑΛΙΟΥΦΙΡΜΕΝΗ» Ναουσαίικη θεατρική παράσταση

20120123_071834

Μία απίθανη θεατρική παράσταση από την “ομάδα Ανταρτών” που δεν πρέπει να χάσει κανείς Ναουσαίος. Στις 28, 29 και 30 Ιανουαρίου 2012

«Η ΠΑΛΙΟΥΦΙΡΜΕΝΗ»

Είναι η πρώτη θεατρική απόπειρα της παρέας μας και της ομά­δας «Ανταρτών» και αισιοδοξούμε να μην είναι και η τελευταία.

Η «Ομάδα Ανταρτών» είναι γνωστή στο ευρύ κοινό της πόλης μας από τις Ποικίλες πολιτιστικές και κοινωνικές δράσεις της όπως το άναμμα του καρτσιούνου, γλέντι σε ρακοκάζανο, κάψιμο στεφα­νιών του Αη Γιάννη του Κλείδωνα κλπ. και κυρίως από τις καρναβαλικές - σατυρικές εκδηλώσεις της.

Το βασικό κίνητρο για τη συγγραφή και παρουσίαση ενός Ναουσαίικου θεατρικού έργου και μάλιστα κωμωδίας ήταν κατ’αρχήν η συμβολή στην προσπάθεια διάσωσης του γλωσσικού μας ιδιώματος. Ενός ιδιώματος που ηχεί στα αυτιά μας σαν η καλύτε­ρη μουσική του κόσμου, μιας και πολλοί από μας γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε με αυτούς τους ήχους. Είναι τα ηχοχρώματα που μας θυμίζουν τη γιαγιά (Νάνα), τον παπού (Νόνη), τους γο­νείς μας και τους θείους μας. Είναι τα χρώματα με τα οποία μπορούμε και θέλουμε να ζωγραφίσουμε τη ζωή μας. Παράλληλα θέ­λαμε να δώσουμε στους συμπολίτες μας την ευκαιρία να χαρούν μια ντόπια Πολιτιστική δημιουργία και να γελάσουν όσο μπορούν λησμονώντας για λίγο τη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι μας.

Η «παλιουφιρμένη» είναι η νύφη που έρχεται στη Νιάουστα από τη νότια Ελλάδα δηλ. την Παλιά Ελλάδα όπως συνήθιζαν να την αποκαλούν. Το ρητό «παπούτσι από τον τόπο σου...» βαθειά ριζωμένο στους περισσότερους ανθρώπους της εποχής οδηγεί σε καχυποψία, προκατάληψη και τελικά σε άρνηση του ενδεχόμε­νου μιας «παλιουφιρμένης» στην οικογένειά τους. Από εκεί λοιπόν απλά αρχίζουν όλα στην ιστορία μας. Καταλήγουν όμως αλλού. Η συνέχεια βέβαια επί σκηνής.

ΚΑΛΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

Ρεπορτάζ και βιντεάκι από την παράσταση στη σελίδα της “Φωνή Ναούσης” http://www.foninaousis.gr/go.asp?do=news&id=3819#.Txx7RqqfF4o.facebook

http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=I0QuFzVs53s

ΔΙΑΝΟΜΗ ΡΟΛΩΝ (κατά σειρά εμφάνισης)

Νάνα Γούλου: Πίστη Κεφαλά

Λισσαβούδα: Γεωργία Γυρoύση

Δουξία: Ζαφειρούλα Πιττάκη

Ιφτιμώ: Αυγή Ζιακάκη

Τιλιάλης: Θωμάς Κλώνας

Μούλκας: Αντρέας Tσiτσης - Γιάννης Μιχαλόπουλος

Σουτήρης: Σπύρος Κεφαλάς - Θόδωρος Τορρορής

Δάσκαλος: Γιάννης Κουκούλος

Tζιότζης: Θωμάς Νόλκας

Ρίστους: Γρηγόρης Δήμπαλας

Μαλάκου: Πηγή Μάντσιου - Δεληχρήστου

Κατίνα: Κατερίνα Μητσιάνη

Λένγκου: Σοφία Μόρα

Τούσης: Δημήτρης Τσίτσης

Λίλιαν: Ηλιάνα Τσίλη

Μισέλ: Γιώργος Μακρογιώργος

Μονίκ: Μαρία Τσίτση

Ζαν: Χρήστος Tσiτσης

Εκφωνητής: Κώστας Κουκουσιάνος

Παραμυθάς: Θόδωρος Τορρορής

........................................................................

Υποβολέας: Έλενα Πραντσiδoυ

Mακιγιάζ: Μαρία Νόλκα και Μαρια Σπάρτση.

Κομμώσεις: «Νανά»

Φροντιστές σκηνής: Έφη Κλώνα - Πηγή Δεληχρήστου

Σκηνικά - κοστούμια: Όλη η θεατρική ομάδα.

Επιμέλεια μουσικής-ήχων: Θωμάς Νόλκας - Χρήστος Τσίτσης

Ρυθμιση ήχου: Κώστας Κουκουσιάνος

Φωτισμός: Παναγιώτης Γιάτσης - Θωμάς Γερούκης

Αφίσες - Πρόγραμμα: Θωμάς Νόλκας

Γενική επιμέλεια: Μάκης Καραμίχος - Θωμάς Νόλκας

Σκηνοθεσία: Θωμάς Νόλκας (με τη βοήθεια όλης της ομάδας)

Συνδιοργανωτής: ΚΕΠΑΠ Δήμου Νάουσας

______________________________________________________

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

(Αν κάποια λέξη από τις παρακάτω δεν ακουστεί στην παράσταση, σημαίνει ότι οι «ηθοποιοί» ξέχασαν τα λόγια)

Τσιόκανους: Ου μπάστακας

Λέγου τα σιόλια : Γλέπου τα μελλούμενα στου σιόλι αφού πρώτα του γυρίσου απίκουπα.

Νάχτι: Η προίκα. «Πήριν γιρό νάχτι. Λάμουσιν για τα καλά»

Γκαϊρέτι: Υπομονή. Χαρακτηριστικός στίχος: «Σκάσαμι για ένα ιμπρέτι, που δεν κάναμι γκαϊρέτι»

Καμπαρντίζω: Καμαρώνω.

Αξαμώνω: Τσακώνου π.χ. «αξαμώνου του φουκάλι για να φουκαλίσου».

Κιρχανατζής: Ου φράνταλους, ου τζιαναμπέτης. Θηλυκό: Η παλασιάρκου, η ριχταπήδου.

Κίνημα: Τζούρτσαλος ή τσιρλιπιπί ή διάρροια ή «πιλαλώ κι δεν προυλαβαίνου»

Πούρτσιος: «Δουλευταράς> κι καλουταϊσμένους τράγους. Βάτιβιν τις γίδις όταν «έσιρναν» μι πληρουμή. Αντίθιτα μι τους ανθρώπους που πληρώνουν οι άντριδις για τ' αυτό.

Πουρτσιάλισμα: Του βάτιμα της γίδας απ' τουν πούρτσιου. Το παράγωγο ρήμα συνήθως στην παθητική φωνή. Πχ. « Πουρτσιαλίστηκιν η γίδα».

Πουρτσιές: Χαρακτηριστική βρωμερή οσμή του πούρτσιου. Έκφραση: «Βρουμούσιν πουρτσιές».

Γιούρος: Ικεί που έκλουθιν του πουτάμι κι ήταν καμπόσου βαθύ για να κουλιουμπήσεις.

Να καζαντίσω: Να αποκτήσω πλούτη. Ειρωνικά να καζαντίσω πλευρίτην δηλ. να κρυολογήσω πολύ άσχημα.

Πουστάβι: Μεγάλος νεροχύτης σχεδόν με πάντα χαλασμένη βρύση, στον οποίο το νερό έτρεχε ασταμάτητα. Άμα βούλουνις την τρύπα, μαζώνουνταν του νιρό κι ήταν καλό για να κρυώνουν τα καρπούζια κι οι μπύρες. (πρόγονος σημερινού ψυγείου)

Τσιατ πατ: Μέσις - άκρις, αργιά κι που.

Ρίχνω στα κάρβουνα: Ξιμάτιασμα μι κάρβουνα. Η ξιματιάστρα ρίχνει τρία αναμμένα καρβουνάκια σι πουτήρι μι νιρό. Άμα του κάρβουνου πλισνήσει κι πάει στουν πάτου δα πει ότι ήταν πουλύ ματιασμένους.

Πισέντγια: Φρούτα απου καταγής. Δύσκουλα να βρεις μουστηρήν για τα' αυτά.

Μπιλφόρια: Ποικιλία μήλων. Μαζί μι τα ντικουμέργια, τα καρλάτ κι τους μπλακτζέδις..

Δέση: Τη φκιάνουν μι χώμα ικεί που χουρνούν τα αγώγια. Άμα του νιρό χαλάσει τη δέση, άλλους μπαξές μηνίσκει απότιστους κι άλλους γένητι γκιόλι.

Παρλίτσα: Γουμάρα.

Ίνγκλα: Πέτσινου λουρί που κρατούσιν του σαμάρι απανουθιό στου γουμάρι ή του άλουγου.

Μπανιέρες: Ξύλινα κιβώτια, οβάλ σχήματος, με καπάκι Δε ήταν βουλικές για τους ψυγιάτουρις κι τις άλλαξαν μι τις κλούβις.

Ζουβανάς: Πολυχρηστικό, αναδιπλούμενο, οδοντωτό, Καμπυλωτό και αιχμηρό εργαλείο καθημερινής χρήσης ή ενίοτε αθόρυβο επιθετικό ή αμυντικό όπλο. Μπατσέλας.

Μουχεύω: Ευνουχίζω.

Μάκους: Άσπρη παπαρούνα. Του ζουμί της άμα την έβραζις ήταν καλό για τα πουνίντγια. Του έδουναν κι σι μουρά άμα έκλιγαν κι μιρικά έγιναν ζαβαλούδικα απου πουλύν μάκουν.

Ντγιάρικας: Κοινόκτητη λωρίδα γης στα σύνορα δύο χωραφιών ανάμεσα σε δυό αγώγια.

Χατάς: Η ζημιά.

Πλίσνησιν: Έσβησε με χαρακτηριστικό συριγμό.

Πατλάκι: Πρασκάλι. Μτφ. Κεραμίδα.

Νταμπαχανάς: Απροσδιόριστος, κακόφημος μαχαλάς.

παϊαντζίδα: Την πλέγει ου πάιαγκας.

Μπουλμές: Ντουβάρι μι πέτρις κι ξύλα. Άμα έγιρνιν ου μπουλμές γένουνταν σαν παραθύρι.

Ζμπουρνώ: Κουτουλώ.

Πισκίργια: Πετσέτες

Φουρνιτάρις: Λαγάνες.

Πάτιλι: Το παραλίμνιο χωριό Άγιος Παντελεήμων στη Βεγορίτιδα.

Ιρμπάπης: Επιτήδειος, ειδικός, ο επαΐων.

Χάμικου: Αδύνατο τσίπουρο, με λίγα γράδα.

Μαλάκου: Χαϊδευτικό της Αμαλίας και όχι το θηλυκό του μαλ- - α.

Φαλκίδι: Σιδερένιο εργαλείο κοπής ξύλων ιδανικό για να καθαρνούν άκρες για να μη γένουν ρουμάνι.

Μέρος: Χαλές, ή απόπατους, ή αναγκαίο. Περιφραστικά εκεί που «βγάνουν του λιμό τους». Ήταν αυτοκαθαριζόμενος, «πέρα», απάνου απ'του αγώγι.

Φισφισού: Αυτή που ασκαίνητι. Η υποχόνδρια.

Τσίκνα κι αλαφριά: Δύστροπη και ελαφρόμυαλη.

Ιξίκι: Ντέφι (να γένει)

Ματινίτσα: Τυροκομικό υποπροϊόν. Το τυρόγαλο.

Κώλος κι βρακί: Νύχι με κρέας. Ντέντζιρις μι καπάκι. Απόλυτο συνταίριασμα.

Σέγκια: Κοκκαλάκια της άρθρωσης του γονάτου των αιγοπροβάτων με τα οποία έπαιζαν τα παιδιά στο μαχαλά. Χαρακτηριστικές λέξεις του παιχνιδιού: Κάτας, τσούκας, ιτσκιτουτί. Τουν δέξου τουν γιόμουζαν μι καλάι.

Ντούντου: Η μεγαλύτερη σε ηλικία θεία.

Παλαγίζω: Αραδίζω.

Να τζιντιμουθεί: Να εξαφανιστεί, να πάει στα τσακίδια, να πάει στου τζέντιμι τη μάνα.

Ξιστρί: Μεταλλικό εργαλείο για ξύσιμο των ζώων. Μεταφορικά ο αγενής και ανήθικος άνθρωπος. «Μαρή ντιπ ξιστρί γένηκιν ικείνους ου Πίπας»

Τζίβγια: Τα δυο απ' τα τρία κριματζούλια των αρσενικών θηλαστικών. Σχετικές εκφράσεις: «Τα τζίβια μου ξέρω» ή «Δα πάρεις τα τζίβια μου»

Τζιουιάπι: Εξήγηση, απολογία. Στίχος: «ήρθιν γύριψιν τζιουιάπι, απ'τι μένα τουν ιρμπάπη».

Σιουσιάρκα: Αυτό που μηνίσκει άμα ξισπυρίσουμι μια ρόκα.

Σουλούπι: Ο σωματότυπος

Γκιούμι: Μεταλλικό δοχείο νερού σαν κανάτα. Μεταφορικά: έτσι αποκαλείται ο Ναουσαίος με πολλή αγάπη από κατοίκους των γειτονικών χωριών.

Χαντούμης: Αυτός που δεν τουν τικνάει. Ο μπουμπόλαλας.

Κουπέλι: Εξώγαμο. Έκφραση: «κράτα μαρή του κουπέλι μου να τρέξου στου μαχαλά να πω ότι η Γούλου έφκιασιν κουπέλι!!!».

Χαλίζικος: Ο αυθεντικός, ο κανονικός, ο ομοθαλής.

Ντάρα μαντάρα: Σόδομα και γόμορα.

Ταξιράτι: Συμφορά.

Ουλούρμι: Αρκετά, φτάνει τόσο.

Δημοσίευση σχολίου