Αναζήτηση σε αυτό το ιστολόγιο

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Καλοκαίρι 2012 στην Μάνη

Από την 24η έως την 30η Αυγούστου επισκεφτήκαμε και θαυμάσαμε την περιοχή της ένδοξης Μάνης και διαπιστώσαμε για ακόμη μία φορά ………….πόσο πολύ έχουμε ξεπεράσει τους προγόνους μας.

Σπήλαιο Διρού : Αφήνοντας την κεντρική οδική αρτηρία λίγο νοτιότερα της Αρεόπολης, στον Πύργο Διρού, κατεβαίνει ως την παραλιακή θέση των σπηλαίων Γλυφάδα (ή Βλυχάδα), Καταφύγιο και Αλεπότρυπα. Κάτω απ’ τα μανιάτικα χώματα κρύβεται μια ανείπωτη ομορφιά, το ωραιότερο λιμναίο σπήλαιο στον κόσμο. Είναι υπόγειος ποταμός και αναπτύσσεται σε δύο κύριους παράλληλους διαδρόμους με αρκετούς δευτερεύοντες. Η εξερεύνηση του σπηλαίου ξεκίνησε στο 1949 από το ζεύγος των σπηλαιολόγων Ιωάννη και Άννας Πετροχείλου, της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας. Το 1958 ξεκίνησε η αξιοποίησή του και το 1963 λειτούργησε με χερσαίο τμήμα 600 μέτρα. Το 1979 ανακαλύφθηκαν και νέα τμήματα, χαρτογραφήθηκαν χερσαίοι και λιμναίοι διάδρομοι, ώστε σήμερα το συνολικό μήκος του να φτάνει τα 6000 μέτρα. Το σπήλαιο αποτελείται από σταλακτίτες και σταλαγμίτες, και παλαιότερα ήταν χερσαίο, όμως με την πάροδο των αιώνων η στάθμη του νερού ανέβηκε από τη θάλασσα και έτσι οι σχηματισμοί των σταλακτιτών μοιάζουν με λευκές κολώνες που βγαίνουν μέσα από το νερό. Όσες φορές και εάν επισκεφθεί κανείς τα σπήλαια Διρού δεν χορταίνει το μάτι του να παρακολουθεί με θαυμασμό το τι του έχει προσφέρει σαν δώρο η φύση. Για 45 λεπτά σε μια διαδρομή δαιδαλώδη, ο επισκέπτης μένει άφωνος.

 

Η Βάθεια στη Λακωνική Μάνη : Η Βάθεια είναι η επιβλητικότερη έξαρση ενός τοπίου το οποίο

ούτως ή άλλως φημίζεται για τη μοναδικότητά του. Καθώς ο επισκέπτης πιάνει την άκρη της γοητείας του μανιάτικου τοπίου από την Αρεόπολη και ταξιδεύει ανάμεσα σε πύργους, παλιές εκκλησίες, παραδοσιακούς οικισμούς και στα παιχνιδίσματα της θάλασσας και των ξερών βουνών, μετά την Άλικα έχει την αίσθηση ότι μαζί με την ηπειρωτική Ευρώπη τελειώνει εδώ και η απόλαυσή του. Η Μάνη όμως του επιφυλάσσει ως έκπληξη την πιο δυνατή εικόνα της. Σε κάποια από τις πολλές στροφές του δρόμου αποκαλύπτεται η Βάθεια, κτισμένη σε περίοπτη θέση σαν ακρόπολη στην κορυφή του λόφου. Οι πύργοι, τα σπίτια, οι εκκλησίες, τα λιοτρίβια κάπου 150 κτίσματα, τα σοκάκια και οι ρούγες στριμώχνονται για να χωρέσουν όλα στο μικρό πλάτωμα της κορυφής, έχοντας θέα από τη μία την πολύσχημη ακτή και από την άλλη τα ξερά, άγρια βουνά. Η Βάθεια έχει καταλάβει αυτή την κορυφή εδώ και αιώνες. Οι ιστορικές πηγές μιλούν γι' αυτήν από τα μέσα του 16ου αιώνα. Ο σημερινός οικισμός διαμορφώθηκε στον λόφο κυρίως μετά τον 18ο αιώνα, ήκμασε τον 19ο και άρχισε να φθίνει από τις αρχές του 20ού αιώνα. Τον 19ο αιώνα ο οικισμός είχε 300 περίπου κατοίκους οι οποίοι είχαν ως ασχολίες τη στοιχειώδη καλλιέργεια δημητριακών, την κτηνοτροφία, το κυνήγι αλλά και την πειρατεία.

 

 

 

Μονεμβασιά : Η Μονεμβάσια, ή Μονεμβασία, ή Μονεμβασιά, ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως

Μαλβασία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το

μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου "Βράχου της Μονεμβασιάς", που αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή παράλια κατ΄ έναντι πόλη επί της λακωνικής ακτής. Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες. Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο ελληνικές λέξεις Μόνη και Έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται στο Βορρά. Το παρωνύμιο της Μονεμβασιάς είναι «Γιβραλτάρ της ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος καταγόταν από τη Μονεμβασιά, όπου και βρίσκεται σήμερα ο τάφος του. Σήμερα έχει 4.660 κατοίκους.

 

Ο Μυστράς ήταν Βυζαντινή πολιτεία της Πελοποννήσου και απέχει έξι χιλιόμετρα ΒΔ της Σπάρτης. Σήμερα είναι ερειπωμένος, αν και έχουν αναστηλωθεί ορισμένα κτίσματα, όπως τα παλάτια, και αποτελεί πολύτιμη πηγή για τη γνώση της ιστορίας, της τέχνης και του πολιτισμού των δύο τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου. Η ιστορία "της νεκρής πολιτείας" σήμερα του Μυστρά αρχίζει από τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν συμπληρώθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους. Το 1249 ο Γουλιέλμος Β' Βιλλαρδουίνος έκτισε το κάστρο του στην ανατολική πλευρά του Ταϋγέτου, στην κορυφή ενός υψώματος με απότομη και κωνοειδή μορφή, που λεγόταν Μυστράς ή Μυζυθράς λόγω του σχήματός του ή εκ του ονόματος του παλαιότερου ιδιοκτήτη που λεγόταν Μυζηθράς.
"Βουνίν εύρε παράξενο, απόκομμα εις όρος.
κάστρον εποίκεν αφηρόν, Μυ(ζη)θράν ονομασέν το."

Μετά την ήττα των Φράγκων στη μάχη της Πελαγονίας το 1259, το κάστρο του Μυστρά παραχωρήθηκε στο Βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο. Από το 1262 έγινε έδρα βυζαντινού στρατηγού του "σεβαστοκράτορος" και από τότε άρχισε η κυρίως ιστορική περίοδός του, που διήρκεσε δύο αιώνες. Οι κάτοικοι της γειτονικής Λακεδαίμονος έρχονται και εγκαθίστανται γύρω από το κάστρο, γι' αυτό και η κατοικημένη περιοχή, που ονομάζεται χώρα οχυρώθηκε με τείχος. Συν τω χρόνω δημιουργήθηκε και νέα συνοικία, έξω από το τείχος, που ονομάσθηκε κάτω χώρα και προστατεύθηκε επίσης με τείχος. Από το 1308 το σύστημα της διοικήσεως μεταβάλλεται και οι στρατηγοί γίνονται μόνιμοι διοικητές και κατά τα μέσα του 14ου αιώνα ο Μυστράς καθίσταται πρωτεύουσα της Βυζαντινής Πελοποννήσου. Έτσι δημιουργήθηκε το Δεσποτατο του Μωρεως. Συνετοί Δεσπότες, όπως ο Μανουήλ Καντακουζηνός, ο Θεόδωρος Β' Παλαιολόγος, ο Κωνσταντίνος ο Β΄ Παλαιολογος, ο μετέπειτα τελευταίος αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, συνετέλεσαν ώστε ο Μυστράς να επεκτείνει την εξουσία του σε όλη την Πελοπόννησο και να γίνει εστία της πολιτικής και πνευματικής ζωής της αυτοκρατορίας, καθώς και το κέντρο της αναγεννήσεως των γραμμάτων και των τεχνών. Σοφοί, καλλιτέχνες και λόγιοι συγκεντρώνονταν στην αυλή του Δεσπότου, σπουδαιότερος και σημαντικότερος απ' όλους, ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων. Το 1460 ο Μυστράς παραδίνεται στους Τούρκους και από τότε αρχίζει η παρακμή του. Την περίοδο 1687 έως 1715 τον Μυστρά, όπως και όλη την Πελοπόννησο, τον κατείχαν οι Βενετοί. Και το 1770, κατά την επανάσταση του Ορλώφ, ένα μικρό στράτευμα Ελλήνων και Ρώσων έκλεισε την τούρκικη φρουρά μέσα στο κάστρο. Τότε οι Τούρκοι κάτοικοι της πόλεως, αν και παραδόθηκαν με τον όρο να εξέλθουν με τις οικογένειές τους, κατά την έξοδό τους εξολοθρεύτηκαν από απειθάρχητους Μανιάτες, που μόνο χάρη στον τότε Μητροπολίτη που μπήκε μέσα στη μάχη με το σταυρό κατόρθωσε να συγκρατήσει τους Μανιάτες. Στην επανάσταση του 1821 η συμμετοχή του Μυστρά είναι σημαντική. Το 1825 λεηλατήθηκε από τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ και από τότε σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε και ιδρύθηκε ο νέος Μυστράς, το σημερινό ομώνυμο χωριό στους πρόποδες του λόφου. Με την ίδρυση του ελεύθερου κράτους οι Αρχές της επαρχίας Λακωνίας εγκαταστάθηκαν στον ερειπωμένο Μυστρά, λίγο όμως αργότερα, το 1834 ο Βασιλιάς Όθων θεμελιώνει τη νέα πόλη, τη Σπάρτη, επί του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου που εκπονήθηκε στην Ελλάδα για να ακολουθήσει στη συνέχεια το Γύθειο, μετά από αίτηση των κατοίκων του Μυστρά να επανασχεδιαστεί η πόλη της Σπάρτης από αρχιτέκτονες που ο Ιωάννης Καποδίστριας θα έστελνε, πριν τη δολοφονία του. Από τότε άρχισαν να εγκαταλείπουν το Μυστρά και οι τελευταίοι κάτοικοί του. Ένα δίστιχο που λεγόταν γύρω στα 1840 εγκωμίαζε τα διπλανά χωριά, ενώ υπενθύμιζε την εγκατάλειψη του Μυστρά.
"Παρόρι με τα κρύα νερά κι΄ Άι Γιάννη με τ΄ άνθη.
κι΄ εσύ, καημένε μου Μυστρά, που σ΄ έφαγεν η Σπάρτη".

Γύθειο : Γύη Θεών - Κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, νησιωτική αύρα, ποικιλία επιλογών είναι η πρώτη

εντύπωση που αποκομίζει ο επισκέπτης της αποκαλούμενης κάποτε και Γύης Θεών (Γύ-θειον). Ο θεός Απόλλων φιλονίκησε εδώ με τον Ηρακλή για τον μαγικό τρίποδα του μαντείου των Δελφών και στο τέλος συμφιλιώθηκαν, δίνοντας στον τόπο τη σημερινή του ονομασία. Το

Γύθειο αποτελούσε το επίνειο της αρχαίας Σπάρτης και σύντομα εξελίχθηκε στο κυριότερο εξαγωγικό κέντρο της Λακωνίας. Στα βόρεια της σημερινής πόλης και πάνω στο λόφο, τα ερείπια της ακρόπολης μαρτυρούν την ύπαρξη της αρχαίας πόλης. Στους πρόποδες του λόφου βρίσκεται το αρχαίο θέατρο, το οποίο χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Τα χαλάσματα ρωμαϊκών κτισμάτων παραπέμπουν στην περίοδο ακμής του Γυθείου κατά τους Ρωμαϊκούς Χρόνους όταν και ανήκε στο Κοινόν των Ελευθερολακώνων. Το αμφιθεατρικό ξάπλωμα της πόλης σε ορεινό όγκο και θαλασσινά νερά συνάμα, της προσδίδει μία αίγλη πελαγίτικη στην οποία συνδράμει το γραφικό σύνολο των δίπατων και τρίπατων νεοκλασικών, και του λιμανιού με τα καΐκια του ντόπιου αλιευτικού συλλόγου που φροντίζει να υπάρχει πάντοτε φρέσκο ψάρι στα τραπέζια των πολλών ουζερί δίπλα πλάι κύμα. Το Γύθειο είναι οργανωμένο τουριστικό κέντρο με γραφείο του Ε.Ο.Τ., σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες, παραδοσιακά ανακαινισμένα ξενοδοχεία και ξενώνες, κάμπινγκ, και βραβευμένες με «γαλάζιες σημαίες» παραλίες, σε μερικές από τις οποίες οι χελώνες καρέτα–καρέτα έρχονται για να γεννήσουν. Στις παραλίες της Σελινίτσας και του Μαυροβουνίου, μπορείτε να απολαύσετε το μπάνιο σας αλλά και να επιδοθείτε σε θαλάσσια σπορ, όπως το σέρφινγκ χάρη στους ευνοϊκούς ανέμους που πνέουν στην περιοχή. Στο νησάκι «Κρανάη» στη νότια άκρη της πόλης του Γυθείου μπορείτε να επισκεφθείτε το ιστορικό-εθνολογικό μουσείο που στεγάζεται στον πύργο Τζαννετάκη (1829) και να ατενίσετε το πέλαγο από τον μαρμάρινο οκταγωνικό φάρο (1872). Ο Παυσανίας στα Λακωνικά του αναφέρει «...ἡ δὲ νῆσος ἡ Κρανάη πρόκειται Γυθίου, καὶ Ὅμηρος Ἀλέξανδρον ἁρπάσαντα Ἑλένην ἐνταῦθα ἔφη συγγενέσθαι οἱ πρῶτον …» (Παυσανίας, Λακωνικά, 22). Εν ολίγοις, ο Πάρης διανυκτέρευσε σε αυτό τη νησάκι με την Ωραία Ελένη πριν από το ταξίδι τους για την Τροία.

Πύλος : Όμορφη πολιτεία, με έντονο νησιώτικο χρώμα -διώροφα ασπρισμένα σπίτια με αυλές και λουλούδια-

μεγάλη ιστορία και ιδιόρρυθμο αρχιτεκτονικό σχέδιο. Χαρακτηριστικές οι καμάρες των κτιρίων της και η πλατεία με τα κανόνια και τον πανύψηλο σκιερό πλάτανο. Χτισμένη αμφιθεατρικά σε δυο χαμηλούς λόφους, έχει στο κέντρο του λιμανιού της το βράχο Μαραθονήσι ή Χελωνάκι και τον κυματοθραύστη του, το ιστορικό νησί της Σφακτηρίας. Απέχει 50 χλμ ΝΔ από την Καλαμάτα. Έχει 2.473 κατοίκους. Η σημερινή όμορφη πολίχνη δεν ταυτίζεται με την αρχαία Πύλο, που τόσες ιστορικές και μυθολογικές αναφορές μας ξυπνά. Η πόλη χτίστηκε σε σχέδια Γάλλων αρχιτεκτόνων του στρατηγού Μεζόν το 1829, ο οποίος από αρχαιολατρία την ονόμασε Πύλο. Η αρχαία Πύλος των ιστορικών χρόνων. Βρισκόταν στα βορειοδυτικά από την πόλη και απέκτησε σημασία κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και όχι η προϊστορική Πύλος του βασιλιά Νέστορα, που πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμό, η γνωστή από το Θουκυδίδη. Από την αρχαία ακρόπολη διακρίνονται σήμερα λείψανα Ρωμαϊκής, Πρωτοχριστιανικής και Ελληνιστικής Εποχής, καθώς και ίχνη από την οχύρωση της πόλης, και ερείπια τάφου, που κατά την παράδοση ανήκε στο Θρασιμήδη, το γιο του Νέστορα.
- Πάνω στο αρχαίο οικοδομικό υλικό του 4ου π.Χ. αι. έχτισαν οι Φράγκοι το 1278 ένα μεγάλο κάστρο, το Παλαιόκαστρο, (πρόκειται για περιοχή του ακρωτηρίου που κλείνει τη βόρεια πλευρά του κόλπου του Ναβαρίνου), όπως ονομάζεται - σήμερα δεν είναι σε καλή κατάσταση, εκτός από το εξωτερικό του τείχος. Σχήματος ορθογωνίου, περικλείει έκταση 200 περίπου μέτρων με δαντελωτές επάλξεις, ενώ διατηρούνται οι περισσότεροι τετράγωνοι ή στρογγυλοί του πύργοι. Το κάστρο υπέστη μεταγενέστερες επεμβάσεις, που αλλοίωσαν λίγο την εξωτερική του φυσιογνωμία. Κοντά στο κάστρο υπάρχει η λεγόμενη σπηλιά του Νέστορα που αναφέρει ο Παυσανίας, η οποία συγκοινωνεί απευθείας με το Παλαιόκαστρο. Στη σπηλιά αυτή, σύμφωνα με το μύθο, έκρυψε ο Ερμής τις αγελάδες που είχε κλέψει από τον Απόλλωνα, ενώ ο Παυσανίας υποστηρίζει ότι ο Νηλέας και ο γιος του Νέστορας τη χρησιμοποιούσαν ως στάβλο.
- Στην είσοδο του όρμου της Πύλου, το Νιόκαστρο, το άλλοτε Ναβαρίνο, το νεότερο κάστρο της πόλης, καθρεφτίζεται στα νερά του Ιονίου. Έργο των Τούρκων (1573), για να οχυρώσουν την πόλη μετά την ήττα τους στη Ναύπακτο, το κάστρο είναι από τα πιο καλοδιατηρημένα, και συγχρόνως, τα πιο γοητευτικά της Ελλάδας. Αναστηλωμένο από τον Μεζόν το 1829, το Νιόκαστρο αποτελείται από τεράστιο περίβολο με επάλξεις και πολεμίστρες, που εντυπωσιάζει και σήμερα ακόμη, από μια εξαγωνική ακρόπολη, οχυρωμένη με έξι προμαχώνες στο ψηλότερο σημείο: έναν προμαχώνα στα νοτιοδυτικά και ένα τούρκικο υδραγωγείο, που εφοδίαζε με νερό το κάστρο. Μέσα στο κάστρο θα δει κανείς τα ερείπια της γοτθικής εκκλησίας της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, έργο των Φράγκων, που μετατράπηκε διαδοχικά σε τζαμί από τους Τούρκους, και σε εκκλησία σήμερα.

Δημοσίευση σχολίου