Αναζήτηση σε αυτό το ιστολόγιο

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Κυριακή της Ορθοδοξίας


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Με την ονομασία Κυριακή της Ορθοδοξίας φέρεται από τους χρόνους της εικονομαχίας στο Βυζαντινή Αυτοκρατορία η πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και που πρωτοκαθιερώθηκε από τα μέσα του 9ου αιώνα.
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας αποτελεί ιδιαίτερη χριστιανική θριαμβική εορτή, σε ανάμνηση της οριστικής αναστήλωσης των ιερών και σεπτών εικόνων στη Βασιλεύουσα από την Αυτοκράτειρα Θεοδώρα (το 842) όπου και έπαψε από το γεγονός αυτό ο μακροχρόνιος σάλος που είχε δημιουργηθεί εκ του ζητήματος των εικόνων. Στη Κωνσταντινούπολη, η αναστήλωση των εικόνων, εορτάσθηκε το έτος εκείνο με λαμπρό πανηγυρισμό και λιτανεία με μεγάλη πομπή όπου και αναθεματίστηκαν οι εικονομάχοι, συλλήβδην οι αιρετικοί και όλοι οι αναθεματηστέντες από τις Οικουμενικές Συνόδους. Στο τέλος μνημονεύθηκαν και όλοι οι "αθλητές" της ευσέβειας και της ορθόδοξης πίστης.
Έτσι σε ανάμνηση εκείνου του θριάμβου της Ορθοδοξίας κάθε χρόνο επαναλαμβάνονταν στη Κωνσταντινούπολη και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η τελετή αυτή κατά τον ακόλουθο τρόπο: Ο κλήρος (ενδημούντες και παρεπιδημούντες) μαζί με τους μοναχούς που πρωτοστάτησαν στους αγώνες υπέρ των εικόνων τελούσαν "πανήχιον υμνολογίαν" στον Ιερό Ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών στο τέλος της οποίας ακολουθούσε λαμπρή λιτανεία στη Μεγάλη Εκκλησία όπου παρίστατο ο Αυτοκράτορας.
Σήμερα σε ανάμνηση της αναστήλωσης των εικόνων, εορτάζεται σε όλες τους χριστιανικούς ναούς η "Κυριακή της Ορθοδοξίας" όπου κατά τη λειτουργία αναγιγνώσκεται με ιδιαίτερη έμφαση περικοπή εκ της προς Εβραίους επιστολής (ια':24-26, και 32-40) όπου εκτίθενται οι αγώνες των αγίων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης υπέρ της πίστεως,καθώς επίσης και περικοπή από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (α' 40 κ.έ.) όπου ιστορείται η κλήση του Φιλίππου και Ναθαναήλ που ομολογησαν τον Ιησού Χριστό ως υιόν του Θεού "Ραββί, σύ εί ο υιός του Θεού, σύ εί ο Βασιλεύς του Ισραήλ".

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα από Βασιλείας του Γεωργίου του Α' καθιερώθηκε την Κυριακή της Ορθοδοξίας να προσέρχεται ο Βασιλεύς στη Μητρόπολη Αθηνών όπου και να απαγγέλλει παρά το Δεσποτικό το “Σύμβολο της Πίστεως”. Το αυτοκρατορικό αυτό έθιμο, έφθασε μέχρι των ημερών μας επί Βασιλέως Κωνσταντίνου Β' όπου μετά την μεταπολίτευση συνεχίζεται από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Κήρυξη της Επανάστασης στο ναό του Αγίου Δημητρίου Νάουσας.

Τ
η 19η Φεβρουαρίου 1822, Κυριακή της Ορθοδοξίας, στον τότε μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου τελούνταν λειτουργία και είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός κατοίκων, οπλισμένων και άοπλων, μικρών και μεγάλων, αντρών και γυναικών. Μετά το πέρας της λειτουργίας, τελέστηκε παράκληση κατά τη διάρκεια της οποίας ο πρωτοσύγκελος Ζαχαρίας έβγαλε ένα μικρό πατριωτικό λόγο που συγκίνησε και με τον οποίο προέτρεπε τους κατοίκους στον ιερό υπέρ της πατρίδας και πίστης αγώνα. Ο Ζαφειράκης πρόσθεσε ότι οι ελπίδες για την επιτυχία του αγώνα δεν ήταν μάταιες και ότι εκείνη τη στιγμή όλες οι πόλεις της Μακεδονίας περίμεναν το σύνθημα της επανάστασης και αμέσως θα έπαιρναν τα όπλα για να συμμετάσχουν και αυτές στον αγώνα της απελευθέρωσης.
Στη συνέχεια, ο πρωτοσύγκελος Ζαχαρίας πήρε από την Αγία Τράπεζα τη σημαία με τον αναγεννώμενο φοίνικα και την επιγραφή «Εν Τούτω Νίκα» από τη μία πλευρά και την επιγραφή «Μάχου Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» από την άλλη[1], την ασπάστηκε ο ίδιος και οι υπόλοιποι κληρικοί και στη συνέχεια βγήκαν από την εκκλησία ψάλλοντας το «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού …»  και έστησαν αυτήν έξω από την εκκλησία. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου, μαζί με τον ευρύχωρο αυλόγυρό του, δεν μπορούσε να χωρέσει τόσους κατοίκους, διότι λέγεται ότι 8 με 10 χιλιάδες ανδρών, γυναικών και παιδιών συγκεντρώθηκαν εκεί. Είναι αδύνατο να περιγραφεί η γενική συγκίνηση που είχε καταλάβει το πλήθος. Και όση ώρα μιλούσαν ο πρωτοσύγκελος Ζαχαρίας και ο Ζαφειράκης, επικρατούσε απόλυτη ησυχία, αλλά όταν ο ιερέας σήκωσε στα χέρια του το ιερό λάβαρο, ο ενθουσιασμός όλων εκδηλώθηκε με ζητωκραυγές, φωνάζοντας ότι με μεγάλη τους χαρά προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να προδώσουν την ελπίδα του Έθνους για απελευθέρωση. Ακόμα και από το γυναικωνίτη ακούγονταν φωνές ενθουσιασμού που έδειχναν το ηρωικό φρόνημα εκείνων που στη συνέχεια θα έγραφαν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ιστορίας της ελληνικής επανάστασης. Το σύνθημα «με τις σιουσιάρκες[2] θα κυνηγήσουμε το Λουμπούτη και τ’ ασκέρι του» μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα, δημιουργώντας ένα απερίγραπτο κλίμα ενθουσιασμού και συγκίνησης στο περίβολο του ναού, με τους ιερείς να κρατούν ψηλά, με τα χέρια τους, την ιερή σημαία και τους οπλίτες με επικεφαλής τους Ζαφειράκη και Καρατάσο, μαζί και οι άλλοι αρχηγοί, να περιφέρονται στο πλήθος και όλοι, αγγίζοντας τη σημαία, ορκίζονταν ότι ποτέ δε θα την εγκατέλειπαν.

Αν και όλοι γνώριζαν ότι με την απόφασή τους αυτή διέτρεχαν τον κίνδυνο να χάσουν τα προνόμιά τους, την περιουσία τους, ακόμα και την ίδια τη ζωή τους,  κανένας από τους παρόντες δε δίστασε, αλλά ούτε έδειξε μικροψυχία. Εκεί όλος ο λαός, άντρες και γυναίκες, από όλες τις παρατάξεις, κατέβηκαν από τον Άγιο Δημήτριο στο Κιόσκι με την ιερή σημαία μπροστά και ψάλλοντας όλοι οι υπόλοιποι στη συνέχεια. Εκεί στο κιόσκι έγινε Αγιασμός και προς το μεσημέρι άρχισε να διαλύεται το πλήθος, πηγαίνοντας ο καθένας στην καθορισμένη από τους αρχηγούς θέση.
Δύο σημαντικά ακόμα γεγονότα έγιναν κατά τη διάρκεια της ίδιας μέρας: το πρώτο είναι η δραπέτευση τεσσάρων από τους τριάντα τέσσερις πολιτικούς αντιπάλους του Ζαφειράκη που κρατούνταν στις φυλακές. Ο Αναστάσιος Περδικάρης (γιος του Αντωνάκη Περδικάρη, γιατρού και αρχηγού πολιτικής παράταξης), πρώην μνηστήρας της κόρης του Ζαφειράκη, ο Κωνσταντίνος Μόσκοβος[3], ο Αναστάσιος Τζιώνας και ο Γιάγκος Αυξεντίου. Ο πρώτος κατέφυγε στα Γιαννιτσά που ήταν και ο πατέρας του και οι άλλοι τρεις στη Βέροια. Το δεύτερο είναι ότι, μέσα στο κλίμα του ενθουσιασμού της επανάστασης, μία ομάδα όρμησε στο Διοικητήριο και εκεί κατέσφαξαν τον Βοεβόδα, τον Κατή (ιεροδικαστή) Αβδούλ Βεχάπ[4] και τους λίγους ακολούθους του που δεν είχαν αντισταθεί καθόλου. Η πράξη αυτή που χαρακτηρίστηκε δολοφονία, τάραξε και στενοχώρησε τους αρχηγούς της επανάστασης, αλλά και ολόκληρη την πόλη. Ο Ζαφειράκης, μετά από συνεννόηση με τους άλλους αρχηγούς, διέταξε τον Αγγελάκη Γκοντύλη και τον Δημήτρη Μισυρλή να καταδιώξουν και να συλλάβουν τους υπαίτιους της πιο πάνω δολοφονίας, αλλά αυτοί, αν και προσπάθησαν πολύ, δεν το κατόρθωσαν, μπόρεσαν μόνο να συλλάβουν τέσσερα άτομα που αφού αποδείχτηκε ότι ήταν αθώοι και δεν είχαν καμία ανάμιξη, αφέθηκαν ελεύθεροι[5].



[1] Είναι παρόμοια σημαία με αυτή των αδελφών Υψηλάντη. Είναι ιδιαίτερα σημαντική η παρουσία του αναγεννώμενου φοίνικα στη σημαία του Υψηλάντη: ο Φοίνικας, μυθικό πτηνό της Αραβίας, είχε μορφή αετού με ερυθρόχρυσα φτερά και κύκλο ζωής γύρω στα 500 χρόνια, όταν αντιλαμβανόταν το θάνατό του, έκανε φωλιά από αρωματικά ξύλα, τα οποία άναβαν οι καυστικές ακτίνες του ήλιου και καιγόταν μαζί μ' αυτά. Λίγες ώρες μετά, αναγεννιόταν από τις στάχτες του. Παρόλο όμως το βαθυστόχαστο νόημα της σημαίας αυτής, δε χρησιμοποιήθηκε στην κυρίως Ελλάδα.
[2] Το ξυλώδες μέρος της ρόκας του καλαμποκιού.
[3] Ο Κωνσταντίνος Μόσκοβος ήταν ένας από αυτούς που διοίκησαν την πόλη, την περίοδο της απουσίας του Ζαφειράκη.
[4] Το όνομα του Κατή είναι γνωστό από το από 12-4-1822 έγγραφο του Αρχ.Ιερ.Βεροίας.
[5] Δυο ή τρεις από αυτούς αποκαλύφθηκαν, μετά την άλωση της πόλης, από τους Τούρκους και απαγχονίστηκαν, οι υπόλοιποι παρέμειναν άγνωστοι.


Δημοσίευση σχολίου