Αναζήτηση σε αυτό το ιστολόγιο

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

Μπούλες - ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΑΤΙΝΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

Μπούλες

ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΑΤΙΝΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ
ΜΕ ΖΟΥΡΝΑΤΖΗΔΕΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΨΑΘΑ

Τάκης Μπάιτσης


Τα τραγούδια και οι χοροί του Γιανίτσαρου και της Μπούλας


Ζαλιστός
Μελωδία, για την οποία δε σώθηκε μέχρι τις μέρες μας κείμενο τραγουδιού. Είναι η μελωδία που παίζουν οι ζουρνατζήδες από τη στιγμή που θα αρχίσουν το μάσιμο των παλικαριών που φορούν πρόσωπο μέχρι που θα ολοκληρωθεί το μπουλούκι και εν πομπή θα φτάσει στο κονάκι – σήμερα στην πλατεία του Δημαρχείου. Ο Ζαλιστός λέγεται και Προσκύνημα.
α) Κάτω στη Ρόιδο (πατινάδα)
Είναι η πρώτη πατινάδα που παίζεται έξω από το Δημαρχείο, αμέσως μόλις ο αρχηγός του μπουλουκιού πάρει την άδεια για την τέλεση του εθίμου. Χορεύεται αντικριστά με τα μαντίλια που έχουν δεμένα στα χέρια τους οι Γιανίτσαροι, πριν οι πάλες να βγουν ακόμα από τα θηκάρια τους.


Κάτω στη Ρόιδο, στη Ροϊδοπούλα
Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα
κι η Ρωμιοπούλα δεν τόνε θέλει
κι η σκύλα η μάνα της την προξενεύει.
-Πάρ’τονε, κόρη μου, τον Τούρκο γι’ άντρα
να σε φωνάζουν Χανούμ Σουλτάνα.
Πάρ’τονε, κόρη μου, έχει καϊκι,
θα σε πηγαίνει στη Σαλονίκη.
-Πάρ’τονε, κόρη μου, έχει βαπόρι,
θα σε πηγαίνει και ως την Πόλη.
-Δεν τόνε θέλω, δεν τόνε παίρνω,
πέρδικα γίνομαι, στα όρη φεύγω.


β) Ως πότε παλικάρια (πατινάδα)
Είναι η δεύτερη πατινάδα που χορεύεται από το μπουλούκι εμπρός στο Δημαρχείο. Τώρα θα βρουν οι βαριές πάλες απ’ τα θηκάρια τους και θα σπαθίσουν τον αέρα. Είναι ο Θούριος του Ρήγα Φεραίου, έτσι όπως επιβιώνει στη Νάουσα.


Ως πότι, παλικάρια, θα ζούμι στα στινά
μουνάχοι σα λιουντάρια, στις ράχις στα βουνά.
Σπηλιές να κατοικούμι, να βλέπουμι θηριά,
να φεύγουμ’ απ’ τον κόσμο για την πικρή σκλαβιά.
Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθεί,
να μην κριμάσει φούντα για ξένουν το σπαθί.
Αντρείοι Μακιδόνις, προυσέξατι καλά
δα* διώξουμι τους Τούρκους στη Κόκκινη Μηλιά.
Κάλλιο να ‘ναι μιας ώρας ελεύθερη ζουή
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.


*δα=θα

Παπαδιά (χορός)
Είναι ένας από τους σημαντικότερους χορούς της Νάουσας. Ο Μανώλης Βαλσαμίδης σχολιάζοντας τους χορούς στο περιοδικό του Λαππείου Γυμνασίου Νάουσας γράφει για την Παπαδιά:
«Η Παπαδιά είναι ο πιο σπουδαίος χορός του τόπου και απαιτεί επιδέξιο χορευτή. Ξεκινάει αργά, ζεσταίνει σιγά σιγά, συναισθηματικά, το χορευτή και τον ανεβάζει με τα σκιρτήματα και τις εξάρσεις του στην έκφραση βιωμάτων ανερμήνευτων. Η Παπαδιά είναι μέχρις ένα σημείο χορός του πρώτου, ώσπου φτάνει στον «απολυτό» και τότε γίνεται ομαδικός και στη συνέχεια πάλι ατομικός. Οι χορευτές χορεύουν με προτεταμένα χέρια σε στάση ικεσίας, προσφοράς, δοξολογίας, θριάμβου, εκστάσεως.»
Η Παπαδιά, που για πρώτη φορά θα χορευτεί έξω από το Δημαρχείο, είναι σήμερα μια οργανική μελωδία, γιατί δεν διασώθηκαν λόγια μέχρι τις μέρες μας.

Μακρινίτσα (χορός)
Ακολουθεί ο χορός Μακρινίτσα που θα τον σύρει η Μπούλα πάντα έξω από το Δημαρχείο. Είναι ιστορικός χορός, με τον οποίο οι γυναίκες και τα παιδιά της Νάουσας προτίμησαν να πέσουν στα αφρισμένα νερά του καταρράκτη της Αράπιτσας, στους Στουμπάνους, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων τις μέρες του μεγάλου χαλασμού, τον αιματοβαμμένο εκείνο Απρίλη του 1822. Αποθανατίστηκε από το λαό, τραγουδιέται και χορεύεται μέχρι σήμερα σε κάθε γλέντι χωρίς σταματημό.


Τρία πουλάκια, αμάν κι αϊμάν, κι αν κάθουνταν
στης Νιάουστας το κάστρο – Μακρινίτσα μου, καημό πόχει η καρδίτσα μου-
Του ΄να τηράει, αμάν κι αϊμάν, τα Βουδινά*
τ΄άλλου τη Σαλονίκη - Μακρινίτσα μου, καημό πόχει η καρδίτσα μου-
Ένα μήλου, αμάν, κι άλλου μήλου, αμάν,
βράδυασιν και πού θα μείνου.

Του τρίτου του, αμάν κι αϊμάν, του μικρότιρου
μοιριουλουγάει κι λέει - Μακρινίτσα μου, καημό πόχει η καρδίτσα μου-
Μας πάτησαν, αμάν κι αϊμάν, μας χάλασαν,
μας πήραν τις γυναίκις - Μακρινίτσα μου, καημό πόχει η καρδίτσα μου-

Ένα μήλου, αμάν, κι άλλου μήλου, αμάν,
βράδυασιν και πού θα μείνου.

* Βοδενά = η Έδεσσα

α) Του Σανιδά (πατινάδα)
Αφού χορευτούν στην πλατεία του Δημαρχείου οι παραπάνω χοροί, αλλά και μερικοί άλλοι, όπως ο Νιζάμικος ή ο Τσιάμικος κ.ά (αυτό το κανονίζει πάντα ο αρχηγός του μπουλουκιού), το μπουλούκι θα ξεκινήσει για το καθορισμένο από την παράδοση δρομολόγιο, με την πατινάδα «Ως πότε παλικάρια» θα ακούγεται μέχρι το Τριώδι του Λάμνια. Εκεί οι ζουρνατζήδες αλλάζουν σκοπό και παίζουν την πατινάδα «του Σανιδά». Το τραγούδι αυτής της πατινάδας αναφέρεται σε παλαιότερο κοινωνικό γεγονός της πόλης.


Του μάθατι τι γίνηκιν στου Σανιδά του γάμου
-λέλε, Σούδα* μου, μπουλιουντούδα** μου-
Ήταν νουνός Σαλονικιός, να διατάζει εις του γάμου
-λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-
κι ου νουνός αδιάταξιν να χορέψεις μι τη Σούδα
-λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-
Κι του νουνό τουν ίλιγαν στου όνομα Αναστάση
-λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-
Κι ου νουνός αδιάταξιν του μπάλλου να χουρέψουν
-λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-
Την άδεια σου, Γιώργη μου, να χορέψου μι τη Σούδα
-λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-
Κι η Σούδα χόριψιν μι τουν Αναστάση μπάλλου
-λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-
Δε φταίγουν, μάνα, τα πιντιά, δε φταίγει ούτι ου Αδάμους
-λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-
μούν΄φταίγει ου πατέρας μου, που μι πάει εις του γάμου
-λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-

* υποκοριστικό του ονόματος Αναστασία>Αναστασούδα>Σούδα
** μπουλιουντούδα = όμορφη

β) Της Χοντροσούγκλας ή Στις δεκατρείς του Απριλιού (πατινάδα)
Δεκατρείς νέοι, δώδεκα Κρητικοί και ένας Ηπειρώτης, ενώ έρχονται για βοήθεια στο Μακεδονικό Αγώνα, σκοτώνονται ύστερα από προδοσία* στην τοποθεσία που έχει το όνομα Χοντροσούγκλα. Η λαϊκή μούσα αποθανατίζει το γεγονός. Η μελωδία και το δημοτικό τραγούδι που δημιουργούνται, εντάσσονται στο χορευτικό δρώμενο της Μπούλας. Η πατινάδα παίρνει το όνομά της από τον τόπο του γεγονότος και χορεύεται από το Τριώδι του Λάμνια προς τα Καμμένα.


Στις δεκατρείς του Απριλιού, η μέρα ήταν Τρίτη
που φίλιβιν ου αρχηγός τους νέους απ΄την Κρήτη.
Πίσσα, μαυρίλα, σκουτινιά ψηλά στη Χοντροσούγκλα
που πολιμούν οι Έλληνες με τ΄ άγρια τ΄αρκούδια.
Αρματωμένοι είμασταν στ΄ασήμια, στα σταυρούδια
κι τα τουφέκια που ΄πιφταν, μας φαίνουνταν τραγούδια.
Δεν τόντιζα**, μανούλα μου, για να μας ξιγυμνώσουν
κι σι ένα μνήμα δικατρείς, για να μας παραχώσουν.
Όποιους δα ζήσει απού μας, να πάνει ως την Κρήτη,
να πεί εις τις μανούλις μας τη φουβιρή μας λύπη.
Μούν΄πες της πως παντρεύτηκα κι πήρα μια γυναίκα,
πήρα την πλάκα πιθιρά, τη μαύρη γής γυναίκα
κι αυτά τα μικρουλίθαρα, αδέρφια κι αξαδέρφια.
Ανάθεμα στουν αρχηγό δεν έδουσιν παράδις,
να στείλουμι τις μάνις μας, ν΄ανάψουν τις λαμπάδις.


* Στο γεγονός αναφέρεται με λεπτομέρειες η Θάλεια Σαμαρά στο βιβλίο της «Στο Μακεδονικό Αγώνα», στο κεφάλαιο «Στη ρεματιά της προδοσίας».
** τόντιζα = το ήλπιζα

γ) Πουλιάνα (πατινάδα)
Η Πουλιάνα είναι μια από τις συνοικίες της Νάουσας. Το τραγούδι της πατινάδας αυτής σκιαγραφεί τις αντιθέσεις που υπήρχαν στην πόλη ανάμεσα στους μαχαλάδες (συνοικίες) που δημιουργήθηκαν από την εγκατάσταση στην πόλη χωρικών από τα κατεστραμμένα γύρω χωριά μετά την καταστροφή του 1822. Οι μαχαλάδες είχαν διαφορές μεταξύ τους που έφταναν στο σημείο της πλήρους ενδογαμίας. Η ηρωίδα του τραγουδιού Ρήνα σπάει τον κανόνα, γι΄αυτό και η λαϊκή μούσα τραγουδά τον γάμο της. Από τα δημοφιλέστερα τραγούδια της Νάουσας. Το μπουλούκι χορεύει τη μελωδία της Πουλιάνας από τα Καμμένα μέχρι την Πουλιάνα.


Για παίξ΄τι τα νταούλια, βαρέστι τα βιουλιά,
παντρεύιτι η Ρήνα, παίρνει τουν Κιχαϊά.
-Τι έχεις καημένη Ρηνούλα – Ρηνούλα-
Τι έχεις κι όλου κλαίς κι δε μου το λες.
Όταν μι είπις έχε γεια κι κίνησις να φύγεις,
κλουνάρι απ΄την καρδούλα μου ξικλήρισις κι πήρις.
Γιατί δε μου το λες, μούν΄ κάθεσε κι κλαις.
Δε σι άριζαν τ΄ Αλώνια, νταϊλιάνα, τ΄Αλώνια μαχαλά
μούν΄σι άριζι η Πουλιάνα, Ρηνούλα, κι ου γιός του Κιχαγιά.
Γιατί δε μου το λες, μούν΄ κάθεσε κι κλαις.

Τσιάμικος (χορός)
Στη συνοικία της Πουλιάνας είναι το μέρος που θα γίνει στάση. Εδώ το κάθε μπουλούκι θα μείνει για λίγη ώρα και συνήθως όσοι μένουν σ΄αυτή τη συνοικία τους ακολουθούν από το Δημαρχείο, ενώ άλλοι τους περιμένουν με ανυπομονησία εδώ στην Πουλιάνα.

Θα χορευτούν διάφοροι χοροί ανάλογα με την επιθυμία του κάθε παλικαριού. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και η οργανική μελωδία του Τσιάμικου που χορεύεται στην ίδια φόρμα με την Παπαδιά. Είναι χορός με ατομικές πρωτοβουλίες και αυτοσχεδιασμούς για τον πρώτο που σέρνει το χορό και γίνεται ομαδικός προς το τέλος του.

Νιζάμικος (χορός)
Οργανική μελωδία χορού από τις πιο αγαπητές στο χορευτικό ρεπερτόριο των Ναουσαίων. Είναι ένας χορός που οι νεαροί χωρίς πρόσωπο –μέλη του μπουλουκιού- αγαπούν ιδιαίτερα και θα χορευτεί πάμπολλες φορές σε όλες τις στάσεις που θα πραγματοποιήσει το μπουλούκι. Χορεύεται απ΄όλους ομαδικά και, όπως για πολλές μελωδίες της Νάουσας συμβαίνει, δεν έχουν σωθεί τα λόγια αυτού του σκοπού.

Του Μιχαήλου (πατινάδα)
Μελωδία πολύ συγγενική με την επόμενη του Υψηλάντη. Το τραγούδι της πατινάδας αυτής με λόγια μεταγενέστερα, σατιρικά, των αρχών του αιώνα μας, χορεύεται στη διαδρομή από την Πουλιάνα για τα Μπατάνια.


Ιψές του μισουνίχτι, κατ΄ τις η ώρα μια
περάσαν κάτι σιαφλιάνια* απού του μαχαλά.
Κι αυτούς ου Μιχαήλους, μι τα πουλλά μυαλά,
μαζώνει τα κουρίτσια απού του μαχαλά.
Κι αυτούς ου Μιχαήλους πουλεί γκάζι** μι αυγό,
για να πάρει την Ανθούλα βρακί μιταξουτό.
Καρντιά ΄πού μαύρη ουρνίθα την τηγανίσανε
κι δώσαν του Πιτράκη, να μη χουρίσουνι.
Πλένει κι σιδιρώνει του Πέτρου του βρακί,
του βράδυ του απλώνει, του παίρνει του προυί
.

* σιαφλιάνα: άτακτα, ζωηρά παιδιά
** γκάζι: καθαρό πετρέλαιο

Του Υψηλάντη (πατινάδα)
Η Νάουσα είχε προσχωρήσει πολύ νωρίς στη Φιλική Εταιρεία και όλοι περίμεναν με αγωνία τη «μεγάλη ώρα». Όταν ο Υψηλάντης περνούσε στη Μολδοβλαχία, στην περιοχή της Νάουσας δημιουργείται και τραγουδιέται το παρακάτω τραγούδι που αργότερα ως πατινάδα θα ενταχθεί στο έθιμο της Μπούλας. Περισσότερο λόγιο παρά δημοτικό, το τραγούδι της πατινάδας αυτής που αναφέρεται στον Υψηλάντη δείχνει καθαρά τις αναπτερωμένες κατά την εποχή εκείνη προσδοκίες του ελληνικού λαού τα όνειρα και τις ελπίδες του για λευτεριά. Σήμερα χορεύεται στη διαδρομή από την Πουλιάνα για τα Μπατάνια.


Ένα μικρό καράβι σηκώνει τα πανιά,
σηκώνει την παντέρα* και πόλεμο ζητά.
Απ΄ τη Βισσαραβία** του ατμουκίνητου
Θα έρθει μές΄ την Πόλη, να πει του Χριστιανό
να παψουνε τα κλάμματα, τα αχ, τα βαχ, τα ωχ,
με τον καλόνε πόθο θα έρθουνε και εδώ.
-Τι ΄ναι το ζήτημά σου και ήρθες με θυμό
ωσάν αστρουπελέκι απού τον ουρανό;
-Ζητώ τα Δαρδανέλλια, του όρους του Σινά
ζητώ τουν Άγιου Τάφου κι την Αγιά Σουφκιά.
Κι ακόμα θα ζητήσου τουν Πατριάρχη μας,
που τουν εκρέμασάτι για του ινάτι σας.
Που τουν εκρέμασάτι κι πήρατι φλουριά
κι τώρα τούνε σέρνουν οι Τούρκοι, τα σκυλιά,
στης Πόλης τα σουκάκια κι σ΄όλα τα τζαμιά.
Άγγλοι, Γάλλοι, Αγγλουγάλλοι, προυσέξατε καλά
(ή Αγγλία και Γαλλία προυσέξατε καλά)
δα διώξουμε τους Τούρκους στην Κόκκινη Μηλιά.
Με την κανουνιφόρο θα έρθει μυστικώς
ο μέγας ούτος άνδρας ο πρίγκηψ αρχηγός
κι αυτός ου μέγας άρχων, ου πρίγκηψ αρχηγός,
αν και είνι Έλλην, του Τσάρου ειν΄υπουργός
και εις τουν στόλου όλου ου αρχιναύαρχους.

* παντέρα = σημαία (παντιέρα)
** Βεσσαραβία : η ρωσική Μολδαβία, σήμερα ανεξάρτητο κράτος.

Του Σωτήρα ή Παιδιά σαν θέτε λεβεντιά (χορός)
Το μπουλούκι φθάνει στη συνοικία Καμμένα, όπου η χορευτική διαδικασία θα επαναληφτεί. Ο καπετάνιος του μπουλουκιού θα καθορίσει ποιοί και με ποια σειρά θα σύρουν τους χορούς που επιθυμούν. Είναι άλλωστε και μια ευκαιρία οι οργανοπαίκτες να κερδίσουν κάποια χρήματα, γιατί οι συγγενείς και οι φίλοι κάθε φορά που το δικό τους παιδί σέρνει το χορό, δωρίζουν χρήματα στους οργανοπαίκτες. Ανάμεσα στις μελωδίες που μπορεί να επιλέξει ένας καλός χορευτής είναι αυτή του Σωτήρα.

α. Του Σωτήρα
Κλέφτικος σκοπός που χορεύεται μέχρι σήμερα. Είναι από τους χορούς που προτιμούν οι καλοί χορευτές, μια και αυτός στηρίζεται στην δεξιοτεχνία του πρωτοσυρτή, όπως η Παπαδιά και ο Νταβέλης και ο Τσιάμικος. Από το κείμενο του τραγουδιού αυτής της μελωδίας έχουν διασωθεί ελάχιστοι στίχοι. Συχνά από τους χορευτές ζητιέται ως του Σωτήρη.


Σουτήρα, πας στην Ερημιά,
Σουτήρα, πας στην Ερημώνα*
μακριά απού τα χιόνια του χειμώνα
μι τουν Κουσταντή- γειά σας παλικαράκια-
Ιμένα μι του είπανι
Σουτήρα πάει στην Έρημου,
-γεια σας πιντιά.

*Ερημώνα : η ερημιά του κάμπου ή του βάλτου

β. Παιδιά σαν θέτε λεβεντιά
Στην ίδια μελωδία τραγουδιέται και χορεύεται το παρακάτω κλέφτικο τραγούδι γνωστό και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.


Πιντιά μ΄, σαν θέλ΄τι λιβιντιά κι κλέφτις να γινήτι,
πιντιά μου, κλέφτις στα ψηλά βουνά,
ρουτήστι με, του γέρουντα, πιντιά μου, τουν πρώτου καπετάνιου.
Δώδικα χρόνους έκαμα στους κλέφτις καπετάνιους,
ψουμί ζεστό δεν έφαγα, πιντιά μου, γλυκό κρασί δεν ήπια.
-γειά σας πιντιά, έρμα πιντιά – γλυκό κρασί δεν ήπια.
Για φάτι, πιέτι, βρε πιντιά, χατήτι, να χαρούμι,
τούτουν του χρόνουτουν καλό, τον έλλου ποιος τουν ξέρει
για ζούμι για πιθαίνουμι για σι άλλουν κόσμου πάμι
.

Μελεκές (χορός)
Χορός ομαδικός που χορεύεται συνήθως από τους μικρούς Γιανίτσαρους, όπως περίπου ο Νιζάμικος. Σαν κείμενο του τραγουδιού έχουν διασωθεί οι παρακάτω στίχοι:


Της Κατίνγκους του φουστάνι
καμιά άλλη δεν του βάνει,
Τιπιλίκι* κι νταντέλα
πάρ΄τη μάνα σου κι έλα.

* τιπιλίκι : ολόκληρο το χρυσοκέντητο καπέλο της γυναικείας φορεσιάς της Νάουσας.

Νταβέλης (χορός)
Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί το χορευτικό ρεπερτόριο του εθίμου, ο Νταβέλης είναι ο δεύτερος μετά την Παπαδιά πιο σπουδαίος χορός του θιάσου και απαιτεί επιδέξιο χορευτή. Ξεκινάει αργά, αυτοσχεδιαστικά, με τα δεξιοτεχνήματα που ξέρει ο πρωτοσυρτής. Ο Νταβέλης είναι ως ένα σημείο χορός του πρώτου, ώσπου η μελωδία φτάνει στον απολυτό και τότε ο χορός γίνεται ομαδικός και τελειώνει πάλι με αυτοσχεδιάσματα του πρώτου. Όταν ο χορός γίνεται ομαδικός, οι χορευτές οδηγούνται από τον πρωτοσυρτή σε μια κίνηση κυκλική μεν, αλλά ελεύθερη με προτεταμένα τα χέρια και τελειώνουν κυκλικά, δίδοντας πάλι όλοι τα χέρια, ενώ ο πρωτοσυρτής πραγματοποιεί τα τελευταία δεξιοτεχνήματά του.
Το τραγούδι του Νταβέλη, έτσι όπως διασώζεται στη Νάουσα, είναι το παρακάτω:


Γειά σου, Νταβέλη αρχιληστή
-γειά σου, Χρήστο μου Νταβέλη.
Μας πήρε η μέρα κι η αυγή
-ξύπνα, Νταβέλη αρχιληστή-
γιατί μας πήρε μεσημέρι
-γεια σου, καπιτάν Νταβέλη-
Πούθε θα λημεριάσουμε
-Νταβέλη, θα μας πιάσουνε-
κι όπους η ζουή του θέλει,
πού θα στήσουμε λημέρι
-γεια σου, καπιτάν Νταβέλη.
Άιντι, πέρα σι κείνου το βουνό
μαύρα τα μάτια π΄αγαπώ
-γειά σου, καπιτάν Νταβέλη-
ικεί θα στήσουμε λημέρι
-Καραράπη κι Νταβέλη.

Ο Μίλης ο περήφανος (πατινάδα)
Ανάλογα με τον διαθέσιμο χρόνο, μόλις χορέψουν τους χορούς με τη σειρά που ο καπετάνιος του μπουλουκιού καθορίζει, θα ξεκινήσουν πάλι με προορισμό το Κιόσκι, όπου τους περιμένει πολύς κόσμος και πολλοί από τους προύχοντες της πόλης. Η πατινάδα που θα ακουστεί τώρα από την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου – που κάποτε ήταν ο κεντρικός δρόμος της Νάουσας- είναι ο Μίλης ο περήφανος (Μίλης είναι παραφθορά του ονόματος Αιμίλιος).


Ο Μίλης ο περήφανος κι ο Μίλης ο στρατιώτης
σέρνει μουλάρια δώδεκα κι μούλις δεκαπέντε
κι η μούλα η τρανύτιρη, η βαριοφουρτουμένη
απ΄του φλουρί δε φαίνονταν κι απ΄του μαργαριτάρι.
Όλου τη νύχτα περπατεί κι όλου τη νύχτα πάνει,
να μην τον πιάσει ο κουρνιαχτός, να μην τον ψήση ου ήλιους.
Λέει τραγούντια κλέφτικα κι τα βουνά τα λέει:
-Ισείς βουνά, έρμα βουνά, χουρίς κλιψιό σε ζάτι.
Κι οι κλέφτις σαν τουν άκουσαν, πάνουν κι τουν τσακώνουν.
-Τι λες, τι λες, μπρε κιαρατά, τι λες, μπρε πιζιβέγκη,
βαρέστι τον ντυό μαχιριές κι καταγή να πέσει.
-Ξένι, από πού είν΄η μάνα σου, από πού ΄νι ου μπαμπάς σου;
-Η μάνα μου απ΄τα Γιάννινα, μπαμπάς μου απ΄τα Μπιτόλια*
έχου αδερφόν τρανύτερουν στους κλέφτες καπιτάνιουν.
Σαν δώσαν κι αγκαλιάστηκαν, τρεις μέρις δε χουρνιούταν**.

* Μπιτόλια = η πόλη Μοναστήρι, σήμερα στο κράτος των Σκοπίων (Βιτώλια)
** χουρνιούταν = χώριζαν

Της Σούδας* ή της Σιάννας (χορός)
Όταν το μπουλούκι φθάσει στο Κιόσκι, θα γίνει μεγάλος χορός. Θα χορέψουν ξανά την Παπαδιά, τον Νταβέλη, τον Νιζάμικο και ότι άλλο επιθυμούν τα παλικάρια. Ανάμεσα στις μελωδίες που συνήθως χορεύει η Μπούλα είναι και αυτή της Σούδας ή της Σιάννας.

Η μελωδία αυτή χορεύεται όπως η Μακρινίτσα και το κείμενο του τραγουδιού είναι το παρακάτω:


Απού τουν Παπαράντου ως τουν Άη Λιά
η Σιάννα* μας αλλάζει, βάνει τουν αλατζιά
κι βγαίνει στου σιργιάνι, ζουρλένει τα πιντιά.
Απού τουν Παπαράντου ως τουν Άη Λιά
έχασα ΄να μαντίλι μ΄ικατό φλουριά
κι έμαθα πως του βρήκιν η κόρη του παπά.
-Δώς΄μου, κόρη, το μαντίλι, κράτα τα φλουριά.
-Μήτι του μαντίλι δίνου μήτι τα φλουριά,
έλα να στεφανουθούμι, να κάμουμι πιντιά
.

* Συχνά αντικαθιστούν τα ονόματα Σούδα ή Σιάννα με άλλα αγαπημένα ονόματα.

Καμπάνα ή Δε μας φοβίζουν… (πατινάδα)
Από την τοποθεσία Κιόσκι, όπου θα γίνει μεγάλος χορός, το μπουλούκι θα ξεκινήσει με κατεύθυνση την συνοικία Αλώνια. Από τον Άγιο Μηνά μέχρι του Μαγγαβέλα θ΄ ακουστεί η πατινάδα που την ονομάζουν Καμπάνα, γιατί από το Κιόσκι ως τον Άη Γιώργη παλαιότερα, όταν περνούσε το μπουλούκι, κτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας του Άη Γιώργη. Η πατινάδα παίρνει και το όνομα «Δεν μας φοβίζουν, μάνα μου» από το δίστιχο που αναφέρεται στην προέλαση του ελληνικού στρατού στο Μπιζάνι το 1913.


Δε μας φοβίζουν – μάνα μου – οι σφαίρες τα κανόνια
μόν΄ μας φοβίζουν – μάνα μου – του Μπιζανιού τα χιόνια.


Του Ύπατρου ή Στρώσι, Λένκου, του σιντόνι (πατινάδα)
Το τραγούδι της πατινάδας αυτής που θα παιχθεί στη διαδρομή προς τ΄ Αλώνια, αναφέρεται στον φιλικό Ύπατρο που πρώτος έφερε στη Νάουσα την είδηση για την προετοιμασία της Επανάστασης του ΄21. Σκοτώθηκε με δόλο έξω από την πόλη και η λαϊκή μούσα διέσωσε την ανάμνηση του γεγονότος με τους παρακάτω στίχους:


Από τη Σιβηρία νέους ήρθιν
κι μας φέρνει του χαμπέρι
κι ζητάει του σύνταγμα να γένει
απού μέσα απ΄του ντουβλέτι*.

* ντουβλέτι : το δοβλέτι, η οθωμανική κυβέρνηση, το κράτος

Στην ίδια μελωδία λέγεται και άλλο τραγούδι με πρώτους στίχους τους «Στρώσε, νύφη, το σεντόνι» ή Στρώσε, Λένκω, το σεντόνι». Αυτή η πατινάδα χορεύεται από τη Μητρόπολη ως τα Μπατάνια.

Κατέβα Λένκου (πατινάδα)
Από του Μαγγαβέλα μέχρι του Νίκου και πλησιάζοντας στ΄ Αλώνια, οι ζουρνατζήδες θα παίξουν μια από τις δημοφιλέστερες πατινάδες της Νάουσας, αυτή της Λένκως που το τραγούδι της είναι το ακόλουθο:


Κόρη με τα ξανθά μαλλιά κι μι τα μαύρα φρύντια,
κατέβα, Λένκου μ΄, κι άνοιξι, την πόρτα την καρένια,
έχου ντυό λόγια να σου πω κι ντυό να σου μιλήσου
γλυκιά και ζαχαρένια, κατέβα, Λένκου μ΄, κι άνοιξι.
-Δώσε μου, κόρη, φίλημα, δώσε μου μαύρα μάτια.
-Ξένι, σα θέλεις φίλημα, σα θέλεις μαύρα μάτια,
κάτσι, αράντιασι φλουριά σι μια κλουστή μιτάξι,
πάρ΄τα κι έλα μια βραντιά κι ένα Σαββάτου βράδυ
που είν΄η μάνα μ΄ στην ικκλησιά κι ου κύρης στου μπαρμπέρη,
τα ντυό μ΄αδέρφια στου σκουλειό, σ΄ένα χαρτί ντιαβάζουν.
Πάρ΄τα κι έλα μια βραντιά κι ένα Σαββάτου βράδυ.


Αλώνια (πατινάδα)
Ήδη το μπουλούκι έχει πλησιάσει στο μαχαλά Αλώνια όπου θα βγούν οι προσωπάδες και τα παλικάρια θα μπορέσουν να αναπνεύσουν καλύτερα και πιο ελεύθερα, να πιούν νερό και όσοι καπνίζουν, να ευχαριστηθούν το τσιγάρο τους, αφού από την ώρα που φόρεσαν τον πρόσωπο, μόνο με ειδικές κατασκευές έπιναν νερό ή κάπνιζαν.

Τώρα φτάνοντας στην πλατεία του μαχαλά, έτσι όπως μπαίνουν ανά ζευγάρι, οι Γιανίτσαροι σηκώνουν τον πρόσωπό τους προς τα πάνω και ουσιαστικά είναι η στιγμή που το αυστηρότερο τμήμα της τελετουργίας του δρωμένου παίρνει τέλος. Η μελωδία αυτής της πατινάδας είναι από τις δημοφιλέστερες του μακεδονικού χώρου, γνωστή με διάφορα ονόματα, όπως «της Μαρίας», «Μαντιλούδι» κλπ.


Ένα Σαββάτο βράδυ – Μαρίγια (ή Μαρία)- μια Κυριακή προυί
επήρα την απόφαση- Μαρίγια- για να σι παντρευτώ.
Ισύ ΄σι κι άλλη δεν είνι- Μαρίγια- σι αυτούν του μαχαλά,
τα κάλλη τα δικά σου- Μαρίγια- δεν τα ΄χει άλλη καμιά.
Ισύ ΄σι ΄νας καθρέφτης –Μαρίγια- του φράγκικου γυαλί
που φέγγει μες΄τη Δύση- Μαρίγια- κι στην Ανατολή.
Δε σι άριζαν τ΄Αλώνια- Μαρίγια- τ΄Αλώνια μαχαλά
μόν΄ σ΄ άρισ΄ η Πουλιάνα- Μαρίγια- κι ου Κάτου Μαχαλάς.
Οφ, αϊμάν, γκέλ αμάν, τα τζιτζίκια σου
γκελ αϊμάν, οφ, αμάν, τα μπιλιτζίκια* σου.


* μπιλιτζίκια : μπιλετζίκια, βραχιόλια

Παπαδιά (χορός)
Από τη στιγμή που ο Γιανίτσαρος βγάλει τον πρόσωπο στα Αλώνια, μπορεί να πάρει μέσα στο χορό και πολίτες, ακόμη και να τραβήξουν μπροστά στο χορό, πράγμα που δεν είχε το δικαίωμα να το κάνει όλη μέρα. Εδώ μπορούν να χορέψουν οι παλιοί Γιανίτσαροι από τούτη τη συνοικία ή άλλοι που ακολουθούσαν συνεχώς το μπουλούκι. Η Παπαδιά, ο δημοφιλέστερος χορός για τους καλούς χορευτές, θα παιχτεί πολλές φορές στη διάρκεια της μακράς πορείας του μπουλουκιού.

Του Νίκου (πατινάδα)
Από τα Αλώνια το μπουλούκι θα κατευθυνθεί προς τα Γαλάκια, όπου και θα στηθεί χορός κάτω από τα αιωνόβια πλατάνια। Μετά θα πάνε στο Στραβό Πλάτανο και από εκεί στο Τριώδι του Λάτση και μετά στου Λάμνια, για να καταλήξουν στα Καμμένα. Εκεί στήνεται χορός ατέλειωτος με πρωταγωνιστές τους παλιούς Γιανίτσαρους, αλλά και τους φίλους των παλικαριών που τους βοήθησαν στο ντύσιμο, τους δάνεισαν πάλες, κιουστέκια ή φλουριά και τους ακολουθούσαν όλη μέρα. Από τις τελευταίες πατινάδες που θα ακουστούν στη μακρά διαδρομή του μπουλουκιού, είναι αυτή «του Νίκου». Θα παιχτεί από τα Γαλάκια ως το Τριώδι του Λάτση. Το τραγούδι της πατινάδας αυτής δημιουργήθηκε από κάποιο πραγματικό περιστατικό γύρω στα 1900 και είναι πολύ γνωστό στην Προποντίδα και στη Θράκη. Αναφέρεται στον πνιγμό δύο παιδιών, στην γενική πίκρα που προξενεί ο χαμός τους και στην ματαιότητα των ταξιμάτων σε λίρες και φλουριά από τη μάνα για τη σωτηρία του παιδιού της, αφού η θάλασσα δεν τρώει λίρες και φλουριά αλλά «λιβέντικα πιντιά».


Μια συννιφκιασμένη μέρα κι μια σκουτινή βραντιά
βάρκις πάνουν άνου κάτου κι πνιγήκαν ντυό πιντιά.
Το ΄να ήτανι ου Νίκους, του Θουδώρου του πιδί,
τ΄άλλου ήταν Αρμινάκι κι πνιγήκανι μαζί.
Σαν του μάθανι στην πόλη, όλοι λυπηθήκανι,
χήρις, μάνις, παραμάνις στα μαύρα φουριθήκανι.
Κι του Νίκου η μάνα τάζει, τάζει λίρις κι φλουριά,
για να βγάλουν του πιδί της ζουντανό απ΄τα νιρά.
Θάλασσα δεν τρώει λίρις, θάλασσα δεν τρώει φλουριά,
μόνου τρώει παλικάρια κι λιβέντικα πιντιά.

Μουσταμπέικος (χορός)
Το μπουλούκι θα φθάσει αργά το βράδυ στη συνοικία Καμμένα μέσω της διαδρομής Γαλάκια Στραβός Πλάτανος, Τριώδι του Λάτση και Κοραή. Σ΄αυτό το διάστημα οι πατινάδες που ακούγονται είναι επαναλήψεις όσων ήδη έχουν ακουστεί από το πρωί στη μεγάλη αυτή διαδρομή, που επαναλαμβάνονται είτε κατά τις υποδείξεις του καπετάνιου του μπουλουκιού είτε κατά την πρωτοβουλία των οργανοπαικτών.

Στα Καμμένα, πρίν τα παλικάρια σφίξουν τα χέρια και χωρίσουν προσωρινά, για να πάνε στα σπίτια τους να ξεκουραστούν για λίγες ώρες, θα χορευτούν πολλοί χοροί, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Μουσταμπέϊκος, από τις δημοφιλέστερες μελωδίες της Αποκριάς στη Νάουσα। Χορεύεται κυκλικά, αλλά και με οφιοειδή σχήματα, ανάλογα με τις χορευτικές πρωτοβουλίες που μπορεί να αναπτύξει ένας καλός χορευτής. Είναι χορός που χορεύεται από όλο τον κόσμο και όχι μόνο από τις Μπούλες. Άγνωστη βέβαια παραμένει η ετυμολογία του ονόματος, παρά τη φανερή τουρκική προέλευση.


Του πιδί μας του καλό
ποιός του μάλουσιν αυτό,
ποιός του μάλουσιν αυτό
μι της μύγας του φτιρό;

Έχει ου βασιλιάς κουρίτσι,
έχουμι κι ΄μείς πιδί,
να τ΄αρραβουνιάσουμι,
να συμπιθιριάσουμι.

Νάουσα, Ιούλιος 1999
Δημοσίευση σχολίου