Αναζήτηση σε αυτό το ιστολόγιο

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

Μπούλες - ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΑΤΙΝΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

Μπούλες


ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΑΤΙΝΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ
ΜΕ ΖΟΥΡΝΑΤΖΗΔΕΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΨΑΘΑ



Λευτέρης Δρανδάκης

Μπούλες
Ένα πολυσήμαντο οργανωμένο θέαμα στη Νάουσα Ημαθίας


Αποκριές. Μια ανατρεπτική, σε σχέση με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, περίοδος. Όλα θέλει ο λαός να τα ανατρέψει, να τα αναποδογυρίσει και παράλληλα να τα σατιρίσει. Η αθυροστομία γίνεται κανόνας για μερικές μέρες εκεί, όπου τον υπόλοιπο χρόνο κάθε σεξουαλικό υπονοούμενο είναι τουλάχιστον απαράδεκτο. Την ίδια περίοδο π.χ. η σάτιρα των παπάδων και των εκκλησιαστικών τροπαρίων γίνεται κανονική σάτιρα, η ευπρεπής εμφάνιση (από απόψεως ενδυμάτων) εξαφανίζεται με κάθε λογής αυτοσχέδιες μεταμφιέσεις και γενικά επιδιώκεται μια ανατροπή των πάντων. Μέσα στη γενικότερη ανατρεπτική αταξία των εθίμων των εβδομάδων της Αποκριάς υπάρχουν μερικά έθιμα που σχεδόν εκπλήσσουν με την τυποποιημένη εθιμικής τους ευπρέπεια, την πειθαρχημένη συμμετοχή των τελεστών και την απαράμιλλη αισθητική τους, την ίδια στιγμή που οι πάντες επιδιώκουν ακριβώς το αντίθετο.

Τέτοιο έθιμο, ίσως το λαμπρότερο παράδειγμα του ελλαδικού χώρου, είναι το έθιμο της Μπούλας στη Νάουσα Ημαθίας. Οι Μπούλες ή οι Γιανίτσαροι και οι Μπούλες είναι τα συνήθη ονόματα που δίδονται για το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό χορευτικό δρώμενο. Στο έθιμο δίδουμε αυτό το χαρακτηρισμό ακριβώς επειδή στηρίζεται στο χορό και χωρίς αυτόν δεν μπορεί να τελεστεί. Η δράση των ανθρώπων που συμμετέχουν στην τέλεσή του είναι δράση χορευτική, γι’αυτό και χωρίς αυτήν η τέλεση του εθίμου είναι αδύνατη.

Τα βασικά στοιχεία του εθίμου είναι : 1) η θιασική και πειθαρχημένη συγκρότηση ομάδας, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή ορισμένων κανόνων για συμμετοχή σ’αυτήν. 2) Η τυποποιημένη σύμφωνα με την παράδοση μεταμφίεση, ανάλογα με τον ρόλο του κάθε μέλους. 3) Η αυστηρή τήρηση των βασικών κανόνων τέλεσης του εθίμου, όπως το φύλο των τελεστών (μόνο άνδρες), το χορευτικό και μουσικό ρεπερτόριο, τα μουσικά όργανα, πάνω στα οποία θα στηριχθεί ο χορός του θιάσου, το δρομολόγιο που θα ακολουθηθεί κ.ά. 4) Το Οργανωμένο θέαμα.

Οι Μπούλες είναι έθιμο παλαιότατο. Δύσκολα βέβαια μπορούμε σήμερα να ανιχνεύσουμε τις απαρχές του, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Όμως, όλα τα στοιχεία του (συγκρότηση θιάσου, δράση τελεστών, μεταμφίεση, φόρμες χορών κ.ά.) μας οδηγούν σε χρόνους παλαιούς. Αν είναι ή όχι μετάπλαση πρωτόγονων προδιονυσιακών τελετών με κύριο στόχο την ευετηρία, ίσως και να μην έχει μεγάλη σημασία. Αυτό όμως που θεωρούμε πολύ σημαντικό είναι ότι στη μακραίωνη ιστορία του, το έθιμο μεταπλάθει και παράλληλα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του την τοπική παράδοση, τους μύθους, τους θρύλους και τους ηρωικούς αγώνες της τοπικής κοινότητας.


Σήμερα μας παραδίδεται μια μορφή τέλεσης του εθίμου που διέπεται από τους κανόνες της μετάπλασης και προσαρμογής σε νεότερες οικονομικοκοινωνικές συνθήκες.

Ο χώρος δεν επιτρέπει να αναφερθούμε αναλυτικά στις επιμέρους φάσεις του εθίμου. Μόνο ενδεικτικά θα πούμε λίγα λόγια για τα χαρακτηριστικότερα από τα στοιχεία του.

Συγκρότηση του «θιάσου»

Οι τελεστές ήταν και είναι πάντα νέοι άνδρες. Ο αριθμός τους τα παλαιότερα χρόνια φαίνεται να ήταν από έξι μέχρι δώδεκα, ενώ σήμερα μπορεί να συμμετέχουν και περισσότεροι. Στο θίασο (το μπουλούκι, όπως το ονομάζουν οι Ναουσαίοι) από παλαιά έπαιρναν μέρος και μικρά αγόρια που όμως δεν ήταν ποτέ πολλά. Σήμερα, μια από τις περισσότερο εμφανείς αλλαγές στη συγκρότηση του μπουλουκιού είναι η συμμετοχή πληθώρας μικρών αγοριών.

Οι μεταμφιέσεις

Δύο είναι οι κύριες μορφές μεταμφίεσης του μπουλουκιού, αυτή του Γιανίτσαρου και αυτή της Μπούλας. Για τα μικρά αγόρια που συμμετέχουν, η μεταμφίεσή τους είναι μια απλοποιημένη μορφή της ενδυμασίας του Γιανίτσαρου, ενώ δεν μαρτυρείται μεταμφίεση σε Μπούλα μικρών αγοριών. Η Μπούλα ή οι Μπούλες κάθε μπουλουκιού δεν είναι ποτέ πολλές, συνήθως μέχρι δύο. Είναι όμως τόσο έντονη η παρουσία τους, που το όνομά τους χαρακτηρίζει ολόκληρο το έθιμο. Ο άνδρας που θα μεταμφιεσθεί σ’αυτή τη γυναικεία μορφή σήμερα φορά μια παραφθορά της τοπικής γυναικείας αστικής ενδυμασίας, έτσι όπως μας παραδίδεται από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Γιανίτσαρος, κατά την ίδια εποχή, όπως φαίνεται από το πλήθος των φωτογραφικών ντοκουμέντων, μεταμφιέζεται φορώντας όλα τα εξαρτήματα ενός καλά ντυμένου φουστανελοφόρου με πολλά κοσμήματα, καθώς παλαιότερα συνηθιζόταν στις γιορτινές ημέρες.

Αυτό που ουσιαστικά διαφοροποιεί το ένδυμα και το μετατρέπει σε μεταμφίεση είναι η εντυπωσιακή μάσκα που φορούν οι τελεστές, ο πρόσωπος όπως τον ονομάζουν, και τα κεφαλοκαλύμματα, διαφορετικό βέβαια για την Μπούλα και για τον Γιανίτσαρο. Εκείνο όμως που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και δεν είναι εύκολο να μεταφερθεί εδώ, είναι η κατασκευή της κατάλευκης μάσκας που πάντα γινόταν από ειδικούς τεχνίτες. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε ότι πάνω σε ειδικό καλούπι τοποθετείται χοντρό πανί και πάνω σ’αυτό γύψος. Στο εσωτερικό της μάσκας βάζουν αληθινό κερί, γιατί αυτό λένε θα κρατήσει δροσερό το πρόσωπο αυτού που το φορά. Το μουστάκι για τη μάσκα του Γιανίτσαρου θα γίνει από αλογότριχα και κατράμι. Χαρακτηριστικό και των δυο τύπων μάσκας (γυναικείας και ανδρικής) είναι τα πολύ μικρά μάτια και το επίσης μικρό στόμα. Αληθινή δοκιμασία και τα δύο για όσους τη φορούν. Το να πιούν νερό και να καπνίσουν δεν είναι καθόλου εύκολο. Παλαιότερα που το έθιμο ετηρείτο πολύ πιο αυστηρά απ’ ότι σήμερα, είχαν ειδικό καλαμάκι για να πιούν νερό και ειδικό τσιμπούκι για το κάπνισμα. Πολλά από τα διακοσμητικά στοιχεία της μάσκας με την πάροδο του χρόνου αποκτούν συμβολική σημασία. Παράδειγμα ότι γράφει ο Τ. Μπάϊτσης για «τον πρόσωπο»: «Το κατάλευκο χρώμα συμβολίζει τη νεκρότητα της φύσης και του Ελληνισμού σε αντίθεση με τα κόκκινα μάγουλα που δίνουν ένα ζωντάνεμα που σιγοφαίνεται και που θα πλημμυρίσει σ’ όλες τις καρδιές του σκλαβωμένου γένους. Το κίτρινο βαράκι πάνω στο μέτωπο μπήκε πρώτα στη Μπούλα, διακριτικό παντρεμένης Ανατολίτισσας και μετά προσαρμόστηκε στον πρόσωπο του Γιανίτσαρου, για ομορφιά, αλλά και για να συμβολίσει ότι η σκλαβιά πεθαίνει».

Δύο είναι λοιπόν οι μορφές που κυριαρχούν στο δρώμενο. Η γυναικεία μορφή της Μπούλας (νύφης) που με το γεμάτο λουλούδια κεφαλοκάλυμα, το μακρύ φουντωμένο με συρματένια στεφάνια φόρεμα, τα λευκά γάντια στα χέρια, «τα ψιλά ασήμια» στο στήθος, τη μεταξωτή ζώστρα και τα άλλα εξαρτήματα της τοπικής γυναικείας ενδυμασίας (γιλέκο, τραχηλιές, πόρπη και χρυσοκέντητη ζώνη) δημιουργούν μια εντυπωσιακή μεταμφίεση, μοναδική στον ελλαδικό χώρο. Παρατήρηση σημαντική: παρόλο που ο άνδρας φορά αυτά τα ενδύματα, ποτέ δεν τα γελοιοποιεί με τη συμπεριφορά του. Η κομψότητα και η σοβαρότητα, με την οποία πρέπει να τα φορέσει, είναι δεδομένη και η συμπεριφορά του ως γυναικείας μορφής του θιάσου καθ’ όλη τη διάρκεια του εθίμου δεν έχει καμιά θηλυπρέπεια. Δεν υπάρχει ποτέ γελοία συμπεριφορά, λόγω της Αποκριάς που υπονοεί γελοιότητες, αλλά μια διαρκής σοβαρότητα που δεν αποκλείει βέβαια αστειότητες.

Η ανδρική μορφή του Γιανίτσαρου με τα πολλά ασήμια (νομίσματα) στο στήθος, τους τοκάδες με τις αλυσίδες, τα γιουρντάνια, τα κιουστέκια, τα χαϊμαλιά, το μεγάλο σπαθί (την πάλα) στο χέρι, το πολύπλοκο δέσιμο στο κεφάλι του ταράμπουλου (μεγάλο τρίφυλλο μακρύ μαντίλι) και όλα τα άλλα απαραίτητα στοιχεία, όπως η κατάλευκη φουστανέλα, το σελάχι στη μέση κλπ. φορεμένα πάντα με ένα τρόπο θαυμαστό, λεβέντικο, με μια στάση κορμιού ανεπανάληπτη, δημιουργούν τον πιο κομψό και παράλληλα τον πιο λεβέντη μεταμφιεσμένο που τουλάχιστον εγώ έχω συναντήσει. Γιατί οι Ναουσαίοι έχουν μια πολύ αυστηρή προφορική παράδοση που καταλυτικά επιδρά και επιβάλλει άγραφους αισθητικούς κανόνες πάνω στην ένδυση τόσο του Γιανίτσαρου, όσο και της Μπούλας, ώστε κανείς δεν τολμά να μην είναι άψογα ντυμένος και σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα. Η κριτική που ασκείται από την κοινότητα είναι καθοριστική. Παρ’ όλο που με το πέρασμα των χρόνων πολλά από τα εξαρτήματα των ενδυμασιών (ταράμπουλα, σαλταμάρκες – γυναικεία γιλέκα – κοσμήματα, πάλες κλπ.) δεν υπάρχουν, η αντικατάστασή τους έχει γίνει με πολλή περίσκεψη και με πολύ καλές κατασκευές, σε σύγκριση με αυτό που υπάρχει σήμερα. Αξιοσημείωτο είναι όμως ότι όλα φοριούνται με μια ανεπανάληπτη λεβεντιά.

Η δράση του μπουλουκιού

Η συγκρότηση της ομάδας που θα βγει στο έθιμο αρχίζει βέβαια πολύ πριν από την Αποκριά. Το ενδιαφέρον της παρέας που θα μεταμφιεσθεί είναι να καθορίσει ποιος θα είναι ο αρχηγός, να βρεθούν και να εξασφαλισθούν τα όργανα που θα παίξουν και αμέσως μετά να βρεθούν οι φορεσιές και κυρίως τ’ ασήμια, που τα παλιότερα χρόνια δεν τα είχαν όλοι, γι’ αυτό και τα έπαιρναν δανεικά από άλλους. Μπορούσαν να ταξιδέψουν πολύ μακριά, αρκεί να εξασφαλίσουν πολλά και ωραία ασήμια. Οι μεγαλύτεροι και παλαιότεροι Γιανίτσαροι δανείζουν πάντα στους νεότερους εξαρτήματα από τις φορεσιές τους.

Τα μουσικά όργανα για το έθιμο ήταν πάντα –και εξακολουθούν να είναι και σήμερα- μόνο οι ζουρνάδες με το νταούλι. Δεν νοείται κανένα άλλο μουσικό όργανο να παίξει για το θίασο, ενώ την ίδια στιγμή στα κοινά γλέντια των διασκεδάσεων στους δρόμους μπορεί και να ακουστεί καμιά γκάιντα ή και καμιά κομπανία από χάλκινα. Τα όργανα όμως που ταιριάζουν τις μέρες του καρναβαλιού στη Νάουσα είναι μόνο οι ζουρνάδες. Σήμερα δύο είναι οι γνωστότερες οικογένειες ζουρνατζήδων, του Τρύφωνα Παζαρέντζη και του Βαγγέλη Ψαθά. Η τελευταία θεωρείται και είναι πράγματι μια οικογένεια εξαίρετων μουσικών που ο γενάρχης της Βαγγέλης Ψαθάς παίζει στο έθιμο πάνω από σαράντα χρόνια.

Το πρώτο ντύσιμο των τελεστών άρχιζε την παραμονή της Κυριακής της Απόκρεω. Παλαιότερα άρχιζαν αρκετά νωρίς από το Σάββατο το βράδυ, γιατί όλα τα ασήμια ραβόταν επάνω στα ρούχα του Γιανίτσαρου, για να είναι γερά και να αντέξουν στους χορούς που δύο μέρες στη συνέχεια θα έκανε. Σήμερα όμως το ντύσιμο αρχίζει νωρίς την Κυριακή της Απόκρεω, γιατί ο μεγάλος όγκος των ασημιών είναι ήδη έτοιμος, ραμμένος πάνω σε ένα ειδικά για την περίσταση κατασκευασμένο γιλέκο. Παρά ταύτα, η προετοιμασία του νεαρού άνδρα λαμβάνει τελετουργικό χαρακτήρα. Ολόκληρη η οικογένεια είναι επί ποδός, συχνά λένε και κανένα τραγούδι, ανταλλάσουν ευχές και δεν περιγράφεται το εξαίρετο ενδιαφέρων όλων για την κομψότητα του παιδιού τους. Είναι ακριβώς το ίδιο με το ντύσιμο ενός γαμπρού. Καμιά διαφορά δεν υπάρχει στην τελετουργία του ντυσίματος της Μπούλας. Τελευταίος θα φορεθεί ο πρόσωπος με το ταράμπουλο. Ειδικοί τεχνίτες έχουν φτιάξει το περίπλοκο κεφαλοδέσιμο που πρέπει να είναι πολύ καλά δεμένο, για να αντέξει στις μεγάλες διαδρομές και τους χορούς που θα κάμει η Μπούλα.

Τα όργανα, οι ζουρνατζήδες, θα κινήσουν πρωί πρωί για να μάσουν (να συγκεντρώσουν) το μπουλούκι. Το δρομολόγιο έχει συμφωνηθεί από την προηγουμένη. Τα όργανα δεν θα μαζέψουν τα μικρά αγόρια. Αυτά πηγαίνουν με τους πατεράδες τους στα σπίτια των μεγαλύτερων. Με ειδική για την περίσταση μελωδία, που δεν χορεύεται, θα φθάσουν στο σπίτι του κάθε μεταμφιεσμένου με πρόσωπο άνδρα. Εκείνος συνήθως, με το άκουσμα των οργάνων, θα βγει στο παράθυρο. Από εκεί θα χαιρετίσει το μπουλούκι που έρχεται να τον πάρει. Με χαρακτηριστικά τινάγματα του κορμιού, θα κάμει τα πολλά νομίσματα του στήθους του να ηχήσουν μεθυστικά και παράλληλα θα ανοίξει περήφανα και ανοιχτόκαρδα τα χέρια του σ’ ένα όλο ένταση και μεγαλοπρέπεια καλωσόρισμα των συντρόφων του. Αμέσως μετά «θα πάρει χέρι τους δικούς του», δηλαδή τους αποχαιρετά με τον ειδικό τρόπο που έχουν οι Γιανίτσαροι να χαιρετούν: πηδούν στα πόδια τους και ταυτόχρονα κάνουν τα νομίσματα του στήθους τους να κτυπούν. Η συγκίνηση της αναχώρησης είναι μοναδική. Όλη η οικογένειά του τον αποχωρίζεται, εκείνος φεύγει σαν να πηγαίνει σε μεγάλο και δύσκολο αγώνα. Στην εξώπορτα θα κάμει τρεις φορές το σταυρό του, «θα πάρει χέρι» αυτούς που ήρθαν να τον πάρουν και αμέσως θα ενταχθεί σαν ισότιμο μέλος στο μπουλούκι, θα ζευγαρώσει με κάποιον άλλο και έτσι με απόλυτη τάξη και συντεταγμένοι δύο-δύο θα κινήσουν για τον επόμενο Γιανίτσαρο.

Η Μπούλα ετοιμάζεται κι αυτή τελετουργικά από την οικογένεια του άνδρα που θα την υποδυθεί. Είναι ένας ρόλος που πρέπει να παιχθεί με τρόπο σοβαρό και υπερήφανο και αυτό γίνεται πάντα.

Η Μπούλα πριν αναχωρήσει, θα φιλήσει το χέρι των δικών της, όπως επίσης και αυτών που ήρθαν να την πάρουν και από εδώ θα αρχίσει να μαζεύει τα χρήματα που της δίδουν οι θεατές φίλοι. Έρανο θα τον ονομάσουν οι Ναουσαίοι για τις περιόδους των αγώνων, «για να γίνουν μπαρουτόβολα και ζαϊρέδες γι’ αυτούς που βρίσκονται στο βουνό και πολεμούν για τη λευτεριά του Γένους. Για τους ανυπότακτους κλέφτες Νιαουστιανούς και αργότερα για τους Μακεδονομάχους». Αφού η Μπούλα φιλήσει τα χέρια των παρευρισκόμενων, θα τοποθετηθεί ανάμεσα σε δύο «προστάτες» Γιανίτσαρους. Αυτοί θα την κρατήσουν από τα χέρια και σχηματίζοντας μια τριάδα θα ενταχθούν περίπου στη μέση του μπουλουκιού.

Σιγά σιγά σχηματίζεται μια πομπή ανεπανάληπτη. Η αισθητική της είναι μοναδική. Προηγούνται τα πιο μικρά αγόρια που δεν φορούν πρόσωπο και ακολουθούν τα μεγαλύτερα. Μετά τοποθετούνται οι νεότεροι Γιανίτσαροι, στη μέση περίπου αυτοί που κρατούν τη Μπούλα και τελευταίοι οι παλαιότεροι και πιο έμπειροι και ο αρχηγός του μπουλουκιού. Δίπλα τους οι οργανοπαίκτες, για να παίρνουν εντολές. Οι πάλες είναι στα θηκάρια τους, τα νομίσματα κτυπούν κατά καιρούς από τα τεχνικά τινάγματα του στήθους, τα χέρια με τα μαντίλια δεμένα στην παλάμη ανοιχτά σε μια κίνηση υπέρτατης συμμετοχικής έκστασης. Ο χορός δεν έχει αρχίσει ακόμα. Έτσι όπως πειθαρχημένα προχωρούν ανάμεσα στους δρόμους της πόλης όλοι όσοι μετέχουν, παρουσιάζουν ένα οργανωμένο λαϊκό θέαμα εξαίρετης αισθητικής. Οι αποκριάτικες αυτοσχέδιες μεταμφιέσεις των άλλων κατοίκων ή επισκεπτών της Νάουσας, που συνυπάρχουν δίπλα σ’ αυτή την τελετουργική πομπή και συχνά γελοιοποιούν τα πάντα, μοιάζουν ομολογουμένως παράταιρες. Από τη μια μεριά οι λαϊκές αποκριάτικες αστειότητες και ότι πιο απείθαρχο, αλλοπρόσαλλο και γελοίο μπορεί να σκαρφιστεί η λαϊκή φαντασία και από την άλλη η αυστηρή τήρηση συμπεριφορών και κανόνων, το οργανωμένο θέαμα, η τελετουργία.

Η τελετουργική πομπή προχωράει αργά με τελικό προορισμό την πλατεία του Δημαρχείου και υπολογίζουν να φθάσουν εκεί κοντά στο μεσημέρι. Παλαιά συνήθεια από την εποχή της Τουρκοκρατίας, η χορευτική δράση του μπουλουκιού να ξεκινά μετά την επίσκεψη στον άρχοντα της πόλης στο κονάκι του, από τον οποίο έπρεπε να δοθεί στον αρχηγό του μπουλουκιού άδεια για την τέλεση του εθίμου. Σήμερα όλα τα μπουλούκια θα επισκεφθούν το Δημαρχείο και μετά θα αρχίσουν τη μακριά χορευτική τους πορεία μέσα στους δρόμους της Νάουσας. Εδώ έχει σχηματιστεί ένας υπέροχος θεατρικός χώρος, αφού όλοι οι φίλοι και συγγενείς των τελεστών μαζεύονται για να δουν τους δικούς τους. Τους αναγνωρίζουν μόνο από τα σημάδια που συχνά έχουν δώσει, όπως μαντίλια για το χέρι, κιουστέκια ή άλλα κοσμήματα. Αμέσως μόλις η ομάδα φθάσει στην πλατεία και ο αρχηγός πάει να δώσει τα «διαπιστευτήρια» του μπουλουκιού του στο Δήμαρχο, αρχίζει και η χορευτική δράση του θιάσου, με πρώτη μια ελευθέρου τύπου μελωδία (Ζαλιστός). Ο ζουρνάς και το νταούλι ηχούν δυνατά, ενώ οι Γιανίτσαροι κατά ζεύγη κτυπούν με νευρικές κινήσεις τα νομίσματα του στήθους τους και στη συνέχεια ένας από κάθε ζεύγος βοηθούμενος από το σύντροφό του που τον κρατά πίσω στην πλάτη, κάνει μια υπερέκταση προς τα πίσω. Η χορευτική δραστηριότητα αρχίζει μ’ αυτή την στατική όρχηση. Την ίδια στιγμή η Μπούλα κάνει βαθιά υπόκλιση. Ο κόσμος σωπαίνει και χαίρεται αυτή τη στιγμή, γιατί είναι εμφανές πως μια μακρά τελετουργία αρχίζει πια και επίσημα.

Αμέσως μετά αρχίζουν οι πατινάδες με τη μελωδία «Κάτω στη Ρόιδο», από το γνωστό και σε άλλα μέρη τραγούδι «Κάτω στη Ρόιδο, στη Ροϊδοπούλα, Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα». Ακολουθεί ο Θούριος του Ρήγα «Ως πότε παλικάρια θα ζούμι στα στενά, μονάχοι σα λιοντάρια στις ράχες στα βουνά» και βέβαια βγαίνουν οι πάλες από τα θηκάρια τους. Στη συνέχεια εδώ στην πλατεία του Δημαρχείου, πριν ξεκινήσουν για τη μεγάλη πορεία, θα χορευτεί ο χορός Παπαδιά με πρωτοσυρτή τον αρχηγό του μπουλουκιού. Ακόμα μια Μπούλα θα σύρει τη Μακρινίτσα και θα ακολουθήσει ο Νιζάμικος, ίσως ο πιο ζωηρός από τους ομαδικούς χορούς του ρεπερτορίου της ημέρας. Ανάλογα με το χρόνο που έχει το κάθε μπουλούκι μπορεί να χορέψει ένα ή δύο χορούς ακόμα. Αμέσως μετά αρχίζει το καθορισμένο από την παράδοση δρομολόγιο από τη Δημαρχία μέχρι το μαχαλά (συνοικία) Αλώνια, όπου θα βγάλουν τις μάσκες. Επίσης η προφορική παράδοση καθορίζει και τις πατινάδες από μαχαλά σε μαχαλά, σε αντίθεση με τους χορούς που θα χορέψουν στις πλατείες κατ’ επιθυμία των πρωτοχορευτών.

Το χορευτικό ρεπερτόριο

Για τους πρωταγωνιστές του θιάσου το χορευτικό ρεπερτόριο είναι, όπως ήδη γράψαμε, η μελωδία Παπαδιά και ακόμα μια άλλη μελωδία με το όνομα Παλιά Παπαδιά (δηλαδή ο τσιάμικος), ο Νταβέλης, ο Σωτήρης, χοροί κατεξοχήν αυτοσχεδιαστικοί, αφού ο πρωταγωνιστής– πρωτοσυρτής μπορεί να επιδείξει όλη τη χορευτική του δεινότητα σε ύφος και τεχνική. Αυτού του τύπου οι χοροί είναι μοναδικοί στον ελλαδικό χώρο, γιατί ένα μεγάλο μέρος τους στηρίζεται σε μελωδίες ελευθέρου ρυθμικού τύπου. Η κίνηση πάνω σε τέτοιου τύπου μελωδίες δεν είναι καθόλου εύκολη ούτε για τον καθένα, γι’ αυτό άλλωστε δεν χορεύονται από πολλούς. Ένας καλός χορευτής πρέπει να αναπτύξει ένα ουσιαστικό, χωρίς λόγια, διάλογο με τα όργανα, έτσι ώστε ο χορός να γίνει αμφίπλευρη δημιουργική στιγμή ανάμεσα στο μερακλή μουσικό και στο χορευτή – δημιουργό. Η Παπαδιά και οι όμοιοι μ’ αυτήν χοροί είναι από τη φύση τους χοροί τελετουργικοί, αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέροντες, αφού οι χορευτικές πρωτοβουλίες του πρωτοσυρτή μπορούν να φθάσουν στον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό. Ο πρωτοχορευτής μετατρέπεται σ’ ένα θαυμαστό λαϊκό δημιουργό και είναι τύχη, αλλά και χαρά και αισθητική απόλαυση για όλους, όσοι παρευρίσκονται σε τέτοιες στιγμές λαϊκής δημιουργίας.

Ο Νιζάμικος είναι ένας άλλος χορός που επίσης θα χορευτεί πολλές φορές, κυρίως από τους νεότερους. Σε όλους αυτούς τους κατεξοχήν ανδρικούς χορούς, η Μπούλα συμμετέχει ελάχιστα. Κινείται συμβολικά μαζί με τους άλλους Γιανίτσαρους, αλλά ο δικός της χορός είναι η μελωδία Μακρινίτσα, τραγούδι ταυτισμένο με τη θυσία των γυναικών στο χαλασμό της Νιάουστας το 1822.

Αν από τα μικρά αγόρια που συνοδεύουν το θίασο κάποιο μπορεί να τα καταφέρει καλά στο χορό, ο αρχηγός θα ορίσει πότε και σε ποιο σημείο (κοντά στο σπίτι του, εκεί που βρίσκονται οι δικοί του) θα μπει πρώτος στον κύκλο και θα χορέψει σαν πρωτοσυρτής, ενώ όλοι θα τον σεβαστούν σαν μεγάλο. Όσο ο θίασος βρίσκεται σε πορεία και φοράει τις μάσκες, κανείς από τους θεατές δεν επιτρέπεται να χορέψει μαζί τους ούτε βέβαια να σύρει μη μεταμφιεσμένος το χορό. Αυτό μπορεί να γίνει, αφού βγουν οι μάσκες, γιατί από τότε και μετά οι χοροί χάνουν την τελετουργική τους εκτέλεση και ο χορός μεταπίπτει περισσότερο σε λαϊκό πανηγύρι. Οι πατινάδες συμπληρώνουν το χορευτικό ρεπερτόριο της ημέρας και είναι πολλές. Σχεδόν σε κάθε δρόμο παίζεται και διαφορετική μελωδία. Βραδιάζοντας φτάνουν στο μαχαλά Αλώνια με την πατινάδα «Δι σ’ άρισαν τα’ Αλώνια, Μαρίγια, τα’ Αλώνια μαχαλά…» όπου και βγάζουν τις μάσκες.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πόσο περίπλοκο γίνεται το ρεπερτόριο του θιάσου κυρίως από απόψεως ποικιλίας μελωδιών. Αυτό σημαίνει πως εκείνος που επωμίζεται το βάρος της εκτέλεσης των τραγουδιών είναι ο ένας ζουρνατζής. Πόση γνώση των τραγουδιών πρέπει να έχει και πόση αντοχή, για να τα βγάλει πέρα με τις επιθυμίες των χορευτών, αλλά και με όσα άλλα τραγούδια ή πατινάδες πρέπει να γνωρίζει! Για να χορέψουν καλά, πρέπει να τους παίζουν και καλά. Γι’ αυτό οι αμοιβές των καλών ζουρνατζήδων είναι σήμερα πολύ υψηλές, αλλά και η κούραση και η ευθύνη τους μεγάλη. Στις πατινάδες οι χορευτές τοποθετούνται σε δύο γραμμές κατά μήκος του δρόμου και κρατούν τα σπαθιά τους από την άκρη. Σε ορισμένα γυρίσματα των μελωδιών το σπαθί κρατιέται κανονικά από τη λαβή του και κάθε Γιανίτσαρος το σταυρώνει, κτυπώντας το με το σπαθί του συντρόφου του. Η πατινάδα από ελεύθερος χορός γίνεται για λίγο αντικριστός, αλλά πάλι ξαναγυρίζει στη βασική της φόρμα που είναι χορός πομπικός ελεύθερος.

Στο μαχαλά Αλώνια η τελετουργική πορεία μπορεί να θεωρηθεί ότι τελειώνει, αλλά όχι και η χορευτική δραστηριότητα του μπουλουκιού. Ο χορός ανοίγεται και συμμετέχουν παλαιοί τελεστές του εθίμου και καλοί χορευτές, αφού κάποιος από τους Γιανίτσαρους ή Μπούλα θα τον σύρει για να χορέψει μαζί τους. Από τη στιγμή που θα σπάσει η θιασική εξάρτηση και τέλεση των χορών, κατά τη γνώμη μου, μειώνεται και η τελετουργική υφή του εθίμου. Από τ’ Αλώνια θα πάνε στα Γαλάκια και από εκεί μέχρι το Στραβό τον Πλάτανο. Τελικά θα φθάσουν στα Καμμένα, όπου πολλοί τους περιμένουν. Οι χοροί εδώ μπορεί να είναι πολλοί και ποικίλοι, αφού η συμμετοχή γενικεύεται και η ανταγωνιστική πλευρά των καλών χορευτών δεν αποκλείεται, αλλά ο χορός δεν έχει πια την τελετουργική υφή που είχε, όταν εκτελεστής ήταν μόνο ο θίασος των μεταμφιεσμένων όση ώρα φορά τις μάσκες. Από τους μεγάλους κατά τη διάρκεια της μέρας δεν αποχωρεί ποτέ κανείς, αλλά από τα μικρά παιδιά συχνά σημειώνονται διαρροές, μια και η κούραση είναι πολύ μεγάλη για να την αντέξουν.

Τα μέλη του μπουλουκιού κάποια στιγμή αρχίζουν να χαιρετιούνται και να αποσύρονται στα σπίτια τους για ξεκούραση. Σήμερα που το ντύσιμο έχει γίνει ευκολότερο, θα βγάλουν τα ρούχα τους για να ξεκουραστούν, τα παλιότερα όμως χρόνια δεν έβγαζαν παρά τις πάλες και τα τσαρούχια τους, μια και τα ασήμια όλα ήταν ραμμένα πάνω στο πισλί (γιλέκο).

Οι επόμενες μέρες

Το πρωί της Τυρινής Δευτέρας το πρόγραμμα του θιάσου είναι πιο χαλαρό και καθόλου τελετουργικό. Χωρίς πια τη μάσκα θα μαζευτούν όλοι, χωρίς μάσιμο από τα όργανα, στο σπίτι του αρχηγού του μπουλουκιού. Εδώ θα γίνει ένα μικρό οικογενειακό γλέντι με τους οικείους του αρχηγού. Μετά θα πάνε πάλι με πατινάδα στο Κονάκι (Δημαρχία), θα χορέψουν λίγο και στη συνέχεια θα αρχίσουν ένα είδος αγερμού στα σπίτια όλων των ντυμένων που συμμετείχαν στο θίασο και σε σπίτια που τους έχουν καλέσει. Τους περιμένουν βέβαια παντού πλούσιοι μεζέδες και καλό κρασί. Το μουσικό και χορευτικό ρεπερτόριο αυτή τη μέρα δεν έχει την αυστηρότητα της προηγούμενης και όπου υπάρχουν παλιοί τραγουδιστάδες, θα πουν τραγούδια του παλιού καιρού, μα τίποτα δεν αποκλείει να ακουστούν και πολύ νεότερα. Εξαρτάται πάντα από τους ζουρνατζήδες και από το κέφι της στιγμής. Επίσης χορεύουν και εκτός θιάσου πολλοί μερακλήδες φίλοι ή συγγενείς τους. Το βράδυ, αφού τελειώσουν τις υποχρεώσεις που έχουν, θα χαιρετιστούν και θα γυρίσουν σπίτια τους. Πέντε μέρες τους μένουν για τις καθημερινές δικές τους υποθέσεις και για να ξεκουραστούν.

Η Κυριακή της Τυρινής είναι η μέρα που θα επαναληφθεί το έθιμο ακριβώς, όπως και την Κυριακή της Απόκρεω. Μόνο που τώρα ο κόσμος που παρακολουθεί είναι πολύ περισσότερος, οι χοροί όμως είναι οι ίδιοι, όπως και το δρομολόγιο.

Την Καθαρή Δευτέρα δεν θα επισκεφτούν τα σπίτια των φίλων και δικών τους, αλλά χωρίς ο πρόσωπος να τους δυναστεύει, θα κάνουν το ίδιο δρομολόγιο με μεγαλύτερη άνεση. Στα Καμμένα αργά το βράδυ θα στηθεί ο τελευταίος χορός. Η συγκίνηση των τελεστών είναι μεγάλη. Τα κατάφεραν να φέρουν μια δύσκολη δουλειά σε πέρας. Η κούραση είναι αφάνταστη, μα η ψυχή ξαλαφρωμένη και χαρούμενη. Μεταφέρω εδώ τη λιτή περιγραφή του Τάκη Μπάιτση.

«Το βράδυ μετά τον τελευταίο χορό στα Καμμένα είναι η ώρα του χωρισμού. Εδώ αφού κάνουν ένα κύκλο όλοι οι Γιανίτσαροι και οι Μπούλες και βάλουν τον οργανοπαίκτη στη μέση θα τον χτυπήσουν συμβολικά με την πλατιά πλευρά της πάλας στο κεφάλι και σηκώνοντάς τον θα φωνάξουν «Πάντ’άξιος Μήτρο…ή Βαγγέλη…(το όνομα του ζουρνατζή) και του χρόνου». Στη συνέχεια, όπως είναι στον ίδιο κύκλο, θα χτυπήσουν όλοι τις πάλες στη γη με τις μύτες λέγοντας «ότι είπαμε και δεν είπαμε εδώ να μείνει». Έτσι συγχωρούνται για τυχών μικροπαρεξηγήσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους αυτές τις μέρες. Στη συνέχεια αφού πάρουν και πάλι χέρι από τον πιο μεγάλο μέχρι τον πιο μικρό και όσους από τους πολίτες παραβρίσκονται φεύγουν για τα σπίτια τους».

Κυριακή της Ορθοδοξίας

Μια εβδομάδα μετά, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ένας μικρός αριθμός από Γιανίτσαρους και μια Μπούλα χωρίς «προσωπάδες» θα πάνε στο Σπήλιο, τοποθεσία όπου βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Θόδωρου. Εκεί θα χορευτούν πάλι οι ίδιοι χοροί από το γνωστό ρεπερτόριο του θιάσου και θα γίνει μεγάλο γλέντι. Αυτή η τελευταία εμφάνιση των μεταμφιεσμένων είχε σχεδόν ξεχαστεί, αφού είχε να πραγματοποιηθεί πάρα πολλά χρόνια. Τώρα όμως αναβιώνει και είναι η τελευταία ευκαιρία για να χαρεί κανείς τους θαυμαστούς χορούς της Νάουσας εκτελεσμένους από εξαίρετους μερακλήδες χορευτές.

Οι διαφορές στην τέλεση αυτού του εθίμου σε σχέση με το παρελθόν από απόψεως εθιμοτυπικής ίσως δεν είναι πολύ μεγάλες. Αυτό όμως που το διαφοροποιεί είναι το γεγονός πως τελεστές τώρα είναι μόνο σύλλογοι και όχι παρέες, όπως στο παρελθόν. Ομολογείται από παλαιούς Ναουσαίους ότι υπήρξαν χρονιές που εμφανίστηκαν μέχρι και έντεκα μπουλούκια, πράγμα που σημαίνει καθολική συμμετοχή και αποδοχή των πρωτοβουλιών των ανθρώπων που είχαν το κουράγιο, τον αυθορμητισμό και τις δυνατότητες να συμμετάσχουν στο δύσκολο και επίπονο αυτό έθιμο. Όπως και να έχει όμως το πράγμα, οι Μπούλες είναι ένα λαμπερό χορευτικό δρώμενο που μακάρι ν’ αντέξει στο χρόνο με όσο γίνεται λιγότερες φθορές και αλλοιώσεις, για να το χαρούν και άλλες γενιές εκτός από τη δική μας.

Ιανουάριος 1999




























Δημοσίευση σχολίου