Στη δεκαετία του 1640 οι Ολλανδοί του Νέου Άμστερνταμ έκτισαν ένα τείχος για να κρατήσουν τους κακούς απ' έξω. Το 1664 οι Βρετανοί εισέβαλαν από τη θάλασσα και κατέλαβαν το Νέο Άμστερνταμ. Τώρα λέγεται Νέα Υόρκη. Γκρέμισαν το τείχος και έκτισαν έναν δρόμο,την Wall Street
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2020
Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017
Ο Αγώνας στη λίμνη των Γιανιτσών. Η στρατηγική σημασία του Βάλτου

Ο βάλτος των Γιανιτσών
Χάρτης της περιοχής του βάλτου των Γιανιτσών, όπου
διεξήχθησαν επιχειρήσεις ιδιαίτερης σημασίας
για την εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα, 1905-1908.
Μια ακόμη καλή εικόνα του Μακεδονικού Αγώνα κατά το 1906 μας παρέχουν τα Απομνημονεύματα του Παπατζανετέα. Ο Παπατζανετέας («Παναγιώτης»), ένας μεγάλος πατριώτης που έδωσε την ψυχή του στον αγώνα, έδρασε κάτω από κάπως ιδιόμορφες συνθήκες στην Κεντρική Μακεδονία, στην περιοχή που είναι γνωστή ως Βάλτος ή λίμνη των Γιαννιτσών. Η λίμνη αυτή, τα νερά της οποίας αναπληρώνονταν κάθε χρόνο από τους ποταμούς Μογλενίτσα, Πάικο και Λουδία, αποτελούνταν κυρίως από έναν εκτεταμένο Βάλτο που κάλυπτε έκταση εκατόν εξήντα με εκατόν ογδόντα τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Είχε ακανόνιστο τριγωνικό σχήμα και η νότια όχθη της, με μήκος τριάντα περίπου χιλιόμετρα, εκτεινόταν προς τα βορειοδυτικά του δρόμου Θεσσαλονίκης-Βέροιας. Η κορυφή του τριγώνου, δώδεκα με δεκατρία περίπου χιλιόμετρα από τη βάση, έφτανε σε απόσταση οκτώ μιλίων από την πόλη των Γιαννιτσών, στα νότια ακριβώς του δρόμου προς την Έδεσσα. Γύρω από τη λίμνη, και ειδικά στη νοτιοδυτική της πλευρά, υπήρχαν πολυάριθμες κοινότητες, οι οποίες, κάτω από την πίεση των κομιτατζήδων, είχαν προσχωρήσει στην Εξαρχία. Ο ίδιος ο Βάλτος, με τα μικρά «νησιά» του και τις ψηλές καλαμιές που απλώνονταν σχεδόν αδιάκοπα σε όλη του την έκταση, είχε μετατραπεί σε άντρο κομιτατζήδων, απ’ όπου τα σώματά τους όχι μόνο τυραννούσαν τα γύρω χωριά αλλά μπορούσαν να ελέγχουν και τους δύο οδικούς άξονες που κατευθύνονταν προς τα δυτικά, προς την Έδεσσα και τη Βέροια. Όσο οι κομιτατζήδες κυριαρχούσαν στη λίμνη και τα γύρω χωριά, κανένα ελληνικό σώμα δε θα μπορούσε να δράσει αποτελεσματικά στην περιοχή του τριγώνου Βέροιας-Έδεσσας-Νάουσας. Επιπλέον, από την περιοχή αυτή περνούσε μια από τις σημαντικότερες διαδρομές, την οποία έπρεπε να ακολουθήσουν τα ελληνικά σώματα προκειμένου να διεξαγάγουν τις επιχειρήσεις τους στις ορεινές δυτικές και βορειοδυτικές περιοχές της Μακεδονίας.
Από το 1905 κιόλας οι Έλληνες είχαν συνειδητοποιήσει τη σημασία του Βάλτου και είχαν κάνει κάποια προσπάθεια να αποκτήσουν πρόσβαση στην περιοχή. Εκείνη την εποχή οι κομιτατζήδες ήταν αριθμητικά ισχυροί στη δυτική πλευρά της λίμνης, που την περιέβαλλαν πυκνές δασικές εκτάσεις. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης του Ίλιντεν το 1903, είχαν βρει στα δάση αυτά και, ιδίως, στην ίδια τη λίμνη, ένα καλό καταφύγιο από τις τουρκικές περιπόλους. Στη λίμνη εγκαταστάθηκαν στα καλύβια που είχαν φτιάξει από τη βλάστηση του Βάλτου οι ψαράδες για να περνούν εκεί δύο ή τρεις μέρες κάθε φορά που έβγαιναν για ψάρεμα. Τα καλύβια αυτά κατασκευάζονταν στα ρηχά και η βάση, ή το πάτωμά τους, σχηματιζόταν με καλάμια. Καθώς ήταν καλά κρυμμένα, μπορούσε κανείς αρκετά εύκολα να τα υπερασπίσει περιβάλλοντάς τα με αναχώματα από λάσπη. Μπορούσε κανείς να τα προσεγγίσει μόνο με πλάβες με επίπεδο πυθμένα, από στενές και ελικοειδείς υδάτινες διόδους μέσα από τις πυκνές καλαμιές και τα βούρλα. Στις ακτές της λίμνης, όπου συνέβαινε το έδαφος να είναι σταθερό, υπήρχαν «σκάλες», με το όνομα συνήθως του πλησιέστερου χωριού.
Οι κομιτατζήδες κατείχαν έξι Κύρια καλύβια συγκεντρωμένα σε μια μικρή περιοχή βορειοανατολικά του χωριού Ζερβοχώρι. Στην περιοχή αυτή δέσποζε ο Αποστόλ και από εκεί εξουσίαζε τα γύρω χωριά, τη λίμνη και ουσιαστικά όλη την πεδιάδα από τη Θεσσαλονίκη ως τη Βέροια. Έτσι, όταν το 1905 οι Έλληνες αποπειράθηκαν να διεισδύσουν στη λίμνη, η επιχείρηση αποδείχτηκε εξαιρετικά δύσκολη. Παρόλο που είχαν την υποστήριξη των ντόπιων Τούρκων, οι οποίοι επιθυμούσαν να τεθεί τέλος στις επιδρομές των κομιτατζήδων στα τσιφλίκια τους, χρειάστηκε αρκετός χρόνος πριν μπορέσουν να στρατολογήσουν αρκετούς άντρες από τους κατοίκους των χωριών, είτε ως μέλη των ενόπλων σωμάτων, είτε ως οδηγούς ή μεταφορείς εφοδίων. Παρόλα αυτά ο Έλληνας αξιωματικός Μπουκουβάλας («καπετάν Πετρίλος»), με τη συνδρομή των συναδέλφων του Ρήγα («Καβοντόρος») και Αναγνωστάκου («Ματαπάς»), αφού έλαβε κάποια εφόδια και πυρομαχικά από τους Τούρκους, κατόρθωσε να διεισδύσει στη λίμνη και να δημιουργήσει βάσεις στις καλύβες, γνωστές ως Τσέκρι (Παραλίμνιο), Αλί και Λάκκα. Οι αξιωματικοί αυτοί μυήθηκαν στα μυστικά της λίμνης από τον Γκόνο, σλαβόφωνο αγωνιστή από τα Γιαννιτσά, ο οποίος από το 1900 ως το 1904 ήταν κομιτατζής. Εγκατέλειψε όμως τους Βούλγαρους, επειδή αισθανόταν Έλληνας (η μητέρα του ήταν ορθόδοξη) και τον Οκτώβριο του 1904 εισέδυσε στη λίμνη, όπου παρέμενε με διαλείμματα μέχρι το 1908.
Τα ελληνικά ερείσματα στη λίμνη έγιναν πιο σταθερά, όταν άρχισε εκεί την ένοπλη δράση του ο Έλληνας αξιωματικός του ναυτικού Δεμέστιχας («καπετάν Νικηφόρος»). Ήδη, με την άφιξη σχετικά ισχυρών ελληνικών σωμάτων, οι χωρικοί άρχισαν επιτέλους να αναθαρρούν και να αποκηρύσσουν τους δεσμούς τους με την Εξαρχία, ενώ σχημάτισαν και μικρές ομάδες με σκοπό να συνεργαστούν με τα ελληνικά σώματα όποτε οι συνθήκες το απαιτούσαν. Οι χωρικοί άρχισαν να βοηθούν στο έργο της επέκτασης και οχύρωσης των καλυβιών. Με τη βοήθειά τους ο Νικηφόρος μπόρεσε να κατασκευάσει μια μεγάλη καλύβα, γνωστή ως «Νίκη». Σ’ αυτό το ελληνικό προπύργιο έρχονταν κάθε Σάββατο για εκπαίδευση νέοι άντρες από είκοσι πέντε χωριά. Ταυτόχρονα γίνονταν πολλές προσπάθειες για να ανοιχτεί δίοδος επικοινωνίας με τη Θεσσαλονίκη. Η γενική ιδέα ήταν να χρησιμοποιηθεί το βορειοανατολικό τμήμα της λίμνης ως βάση ανεφοδιασμού για όλα τα σώματα, ως ενδιάμεσος σταθμός για τα σώματα που προωθούνταν στις βόρειες και δυτικές ορεινές περιοχές, και ως βάση για τις επιχειρήσεις στην περιοχή των Γιαννιτσών.
Παρά την πρόοδο αυτή, έμεναν ακόμη να γίνουν πολλά. Έπρεπε πρωτίστως να εκδιωχθεί ο εχθρός από τις βάσεις του στα νοτιοανατολικά και, αι αυτό δεν ήταν εφικτό, να αποκλειστεί και να περιοριστεί στην άμυνα. Για το σκοπό αυτό, το ελληνικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης έστειλε στην περιοχή στις αρχές της άνοιξης του 1906 έναν από τους πιο φημισμένους Μακεδονομάχους, τον «καπετάν Παναγιώτη» (λοχίας Παπατζανετέας), ο οποίος τέθηκε υπό τις διαταγές του Ματαπά.
Ο Παπατζανετέας, με καταγωγή μανιάτικη, είχε υπηρετήσει ως λοχίας στο ελληνικό πυροβολικό. Στη συνέχεια τον είχε προσλάβει στον Πειραιά ο Α. Μαζαράκης για την αποστολή όπλων και κλινοσκεπασμάτων στη Μακεδονία. Ενθουσιώδης, βαθύτατα έντιμος και με μεγάλη επιμονή, ενοχλούσε διαρκώς τους αδελφούς Μαζαράκη και τους συναδέλφους τους αξιωματικούς ζητώντας να σταλεί στη Μακεδονία• η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε μόλις τον Ιανουάριο του 1906, όταν Πήρε διαταγή να αναχωρήσει με οκτώ άντρες για τη λίμνη των Γιαννιτσών• και μόλις στα τέλη Μαρτίου έφτασε στη λίμνη, στην καλύβα Τούμπα, κοντά στην Τερχόβιστα (Καμποχώρι), όπου παρουσιάστηκε στον Ματαπά. Με την άφιξή του οι ελληνικές δυνάμεις στη λίμνη έφτασαν τους 55 άντρες. Είχαν τις βάσεις τους σε δύο καλύβια, ένα τμήμα με επικεφαλής τον Καβοντόρο (Ρήγα) στα βορειοανατολικά, στο Τσέκρι, και το άλλο με επικεφαλής τον Ματαπά στα νότια, στην Τούμπα. Από τα ορμητήρια αυτά οι Έλληνες πραγματοποιούσαν νυχτερινές περιπολίες στα χωριά για να τα προστατεύσουν από τα εξαρχικά σώματα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας εξερευνούσαν συχνά τη λίμνη με πλάβες με σκοπό να ανακαλύψουν τις Θέσεις όπου οι αντίπαλοί τους είχαν τις βάσεις Τους. Μερικές φορές τα δύο τμήματα ένωναν τις δυνάμεις τους• αυτό έκαναν μια ημέρα του Απριλίου, όταν ήρθαν σε συμφωνία με τις τουρκικές δυνάμεις να επιτεθούν στον κομιτατζή Αποστόλ που νόμιζαν ότι βρισκόταν στην καλύβα Μπάλιτσα (Μελίσσι). Λίγο αργότερα ο Παπατζανετέας πήρε διαταγή να προωθηθεί με τον Ταμβάκη και να «κόψει» το δρόμο που συνέδεε τα Γιαννιτσά με τη Βέροια. Η αποστολή αυτή (να «κόψει» το δρόμο σήμαινε να σκοτώσει όσους εξαρχικούς έβρισκε εκεί, ώστε να αποτραπεί η χρήση του από άλλους) πραγματοποιήθηκε από τον Ταμβάκη. Ο Παπατζανετέας με την ομάδα του δέχτηκε επίθεση από τουρκική περίπολο και, καθώς αναγκάστηκε να αναζητήσει ασφάλεια στο δάσος, έχασε το δρόμο. Μετά από πολλές αναζητήσεις, και αφού έπιασε ένα Βλάχο για να τον οδηγήσει, έφτασε στο χωριό Μικρογούζι. Το Μικρογούζι, χωριό μεικτό με ρουμανίζοντες και πατριαρχικούς, αρνήθηκε να τον βοηθήσει. Την επόμενη μέρα, όμως, συνάντησε ένα μικρό Έλληνα βοσκό, ο οποίος προμήθευσε το σώμα με τρόφιμα από το ελληνικό χωριό Σταυρός• από το χωριό αυτό ήρθαν δύο χωρικοί και ενημέρωσαν τον Παπατζανετέα ότι βρισκόταν στην περιοχή ο Μπενής και το σώμα του. Ο Μπενής είχε εμπλακεί μαζί με τον Κατεχάκη εναντίον Τουρκικής δύναμης κοντά στη Νάουσα και είχε αναγκαστεί να υποχωρήσει προς τη λίμνη των Γιαννιτσών. Ενώνοντας τις δυνάμεις τους οι δύο αρχηγοί κατόρθωσαν να φτάσουν με ασφάλεια στην καλύβα της Τερχόβιστας, όπου βρήκαν τον Ματαπά.
Ο Ματαπάς έδωσε τότε διαταγή στον Παπατζανετέα και τον Μπενή να τιμωρήσουν το εχθρικό Μικρογούζι. Η διαταγή εκτελέστηκε: οι δύο αρχηγοί έπιασαν τον πατριαρχικό μουχτάρη του χωριού και τρεις ρουμανίζοντες και τους εκτέλεσαν. Αργότερα ο Παπατζανετέας έστειλε επιστολή στον Τούρκο μπέη του χωριού και του ζήτησε να απολύσει όλους τους ρουμανίζοντες από την ιδιοκτησία του• σε αντίθετη περίπτωση, ο Έλληνας καπετάνιος απείλησε να κάψει όλη τη σοδειά στο Μικρογούζι και στον Πρόδρομο. Ο Τσατά μπέης έστειλε ως απάντηση στον Παπατζανετέα έναν άντρα του προσφέροντάς του 500 τουρκικές λίρες και όπλα, αλλά ο Παπατζανετέας δεν τα δέχτηκε. Επέμεινε ότι ο μπέης έπρεπε να εκδιώξει τους ρουμανίζοντες καθώς, επίσης, και τον παντοπώλη Βασίλειο, που ήταν γνωστό ότι κατέδιδε τις κινήσεις των Ελλήνων. Δύο μέρες αργότερα ο μπέης με τους Έλληνες κολίγους του πυρπόλησαν τις καλύβες των ρουμανιζόντων. Σκότωσαν τον πατέρα του Βασίλειου, ενώ ο ίδιος διέφυγε και εγκαταστάθηκε στα Γιαννιτσά.
Για μερικές μέρες ο Παπατζανετέας και οι άντρες του εξερευνούσαν το Βάλτο τη μέρα και τη νύχτα επισκέπτονταν τα χωριά. Στις 20 Μαΐου ο Ματαπάς, ο οποίος είχε λάβει ενισχύσεις, διέταξε και πάλι Τον Παπατζανετέα να «κόψει» το δρόμο Γιαννιτσών-Έδεσσας, ώστε να μαθευτεί ότι οι Έλληνες δρούσαν στην περιοχή. Αυτή τη φορά ο Παπατζανετέας Πήρε μαζί του 15 επίλεκτους άντρες. Σε σημείο κοντά στο Βέρτεκοπ, έπιασε τέσσερις ταξιδιώτες, σκότωσε τους τρεις (ο τέταρτος αποδείχτηκε «Έλληνας») και, στη γλώσσα του σκληρού αυτού αγώνα, «άφησε το επισκεπτήριό του» πάνω στα θύματα: μια γραπτή προειδοποίηση προς τους άλλους, με υπογραφή και σφραγίδα. Στις 5/18 Ιουνίου επιτέθηκε με τους 24 άντρες του στο χωριό Αλάρ (Αρχοντικό), δύο ώρες δρόμο ανατολικά των Γιαννιτσών, αντιμετώπισε, όμως, ισχυρή αντίσταση και αναγκάστηκε να αποσυρθεί.
Λίγο αργότερα, ενώ εξερευνούσε τη λίμνη, ανακάλυψε στη βορειοδυτική περιοχή νέο εχθρικό καλύβι κοντά στην τοποθεσία Αλί Μπεϊντάκα. Η δύναμη που είχε μαζί του ήταν πολύ μικρή για να επιχειρήσει επίθεση. Την επόμενη μέρα, μετά από Περαιτέρω έρευνα, ανέφερε τις ανακαλύψεις του στον Ματαπά. Στις 11/24 Ιουνίου οι δύο αρχηγοί, αφού πήραν μαζί τους κάπου 40 άντρες, ξεκίνησαν με 12 πλάβες από το Τσέκρι για να κυριεύσουν αυτό το εχθρικό προπύργιο. Δόθηκε σκληρή μάχη εκ του συστάδην, παρόλο που οι καλαμιές δεν επέτρεπαν στους πρωταγωνιστές της να δουν ο ένας τον άλλον. Παρόλο που οι Πυροβολισμοί γίνονταν στην τύχη, σκοτώθηκαν έξι εχθροί (όπως έγινε γνωστό αργότερα), ανάμεσά τους και ο οπλαρχηγός Στέργιος (ένας Βλάχος), τρεις ακόμη τραυματίστηκαν και τρεις άλλοι σκοτώθηκαν από Τούρκους στρατιώτες που είχαν πιάσει θέσεις (έπειτα από συμφωνία με τον Ματαπά) στην άκρη του Βάλτου για να αποκόψουν όσους θα προσπαθούσαν να διαφύγουν. Οι Έλληνες έχασαν έναν άντρα και δύο τραυματίστηκαν. Δεν κατόρθωσαν, ωστόσο, να καταλάβουν το καλύβι, το οποίο ήταν πράγματι πολύ εύκολο να υπερασπιστεί κανείς αλλά πολύ επικίνδυνο να του επιτεθεί.
Λίγο αργότερα ο Παπατζανετέας, αφού μετακινήθηκε στο νοτιότερο άκρο της λίμνης (ο Ματαπάς είχε πια επιστρέψει στην Ελλάδα), έστειλε επιστολή στο χωριό Λικόβιστα (Λυκογιάννης) απαιτώντας να αποκηρύξει την Εξαρχία. Το τοπικό συμβούλιο αρνήθηκε και ο Παπατζανετέας μαζί με τον Μπενή κανόνισαν να επιτεθούν στο χωριό. Έξω από το χωριό συνάντησαν εργάτες στα χωράφια του βαμβακιού. Έπιασαν, τους άντρες, αλλά οι γυναίκες έτρεξαν στη Βέροια για να ειδοποιήσουν τους Τούρκους. Οι δύο οπλαρχηγοί πήραν τους άντρες, έξι τον αριθμό, στο καλύβι τους και απέσπασαν τις πληροφορίες που ήθελαν μετά από βασανιστήρια. Στη συνέχεια συμπεριφέρθηκαν καλά στους αιχμαλώτους τους και αυτοί συμφώνησαν τελικά να υπογράψουν επιστολή προς το χωριό τους με την υπόδειξη να γίνει πατριαρχικό. Απαντώντας το χωριό απαίτησε να απελευθερωθούν οι συγχωριανοί τους πριν συζητηθεί η προσχώρησή τους στην πατριαρχική παράταξη. Η απάντηση δεν ικανοποίησε τον Παπατζανετέα και τον Μπενή και σκότωσαν τους αιχμαλώτους τους. Λίγες μέρες μετά αντιπροσωπεία του χωριού έφτασε με υπογεγραμμένη δήλωση επιστροφής στην Ορθοδοξία. Ο Παπατζανετέας παρέπεμψε την αντιπροσωπεία αυτή στο ελληνικό κομιτάτο στη Βέροια, για να μπορέσει να ζητήσει το διορισμό πατριαρχικού ιερέα και δασκάλου στο χωριό. Με το κομιτάτο της Βέροιας ο Παπατζανετέας κανόνισε να δίνεται κάθε μήνα μια τουρκική λίρα σε κάθε μέλος της αντιπροσωπείας του χωριού και αποζημίωση στις οικογένειες εκείνων που είχαν σκοτωθεί. Λίγες μέρες αργότερα έστειλε άντρες στο Μικρογούζι να πιάσουν ένα ρουμανίζοντα που είχε καταφέρει να μείνει εκεί, καθώς, επίσης, και έναν «Έλληνα» καταδότη που θεωρούνταν επικίνδυνος. Την ίδια μέρα ο ίδιος και ο Μπενής επιτέθηκαν στους κομιτατζήδες στη λίμνη Κοντά στην Πλάσνα (Κρύα Βρύση). Το σχέδιό τους ήταν να κινητοποιήσουν τους Τούρκους που βρίσκονταν εκεί κοντά και να ξεγλιστρήσουν την κατάλληλη στιγμή. Το αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθούν πέντε κομιτατζήδες και να τραυματιστούν δύο.
Η επόμενη αποστολή του ήταν να συνοδέψει τον Κατεχάκη και το σώμα του Κατά τη διάβασή τους από τη λίμνη και, αφού το έκανε αυτό, άρχισε πιο εκτεταμένες έρευνες για εχθρικά κρησφύγετα Μια μέρα, σκαρφαλωμένος σε ένα ψηλό δέντρο, ανακάλυψε το κρησφύγετο του Ζερβοχωρίου στη νοτιοδυτική περιοχή. Για να το πλησιάσει έπρεπε να ανοίξει νέο διάδρομο ανάμεσα στις καλαμιές. Μόλις έγινε αυτό, αποφάσισε να χτίσει δικό του καλύβι κοντά σ’ εκείνο του εχθρού• ο νέος, όμως, διοικητής στην περιοχή Μακρόπουλος («καπετάν Κλάπας») ούτε που ήθελε ν’ ακούσει γι’ αυτό. Όταν, όμως, στις αρχές Αυγούστου ο Παπατζανετέας πήρε διαταγή να παρουσιαστεί στο Κέντρο της Θεσσαλονίκης, βρήκε την ευκαιρία να εξηγήσει την κατάσταση στον Ζώη, τον αξιωματικό που ήταν υπεύθυνος για την περιοχή της λίμνης. Του ανέφερε ότι οι κομιτατζήδες που είχαν τη βάση τους στη λίμνη επεξέτειναν τη δράση τους μέχρι την Καρατζόβα, την Έδεσσα και τα Λιβάδια. Στη συνέχεια τόνισε την ανάγκη να χτιστούν καλύβια κοντά σε αυτά του εχθρού. Το Κέντρο ενέκρινε την τακτική αυτή και στις 24 Αυγούστου ο Παπατζανετέας γύρισε στη λίμνη, έχοντας αναλάβει την αρχηγία της νοτιοδυτικής περιφέρειας. Καθώς, όμως, επέστρεψε, ο Μπενής αρνήθηκε να υπηρετήσει κάτω από τις διαταγές του, γεγονός που άφησε τον Παπατζανετέα με έξι άντρες. Σ’ αυτούς πρόσθεσε πέντε νεοσύλλεκτους από τη Λικόβιστα (το χωριό που είχε τιμωρήσει) και άρχισε αμέσως το επίπονο έργο της κατασκευής της καλύβας «Παναγιώτης», την οποία έκανε αρκετά μεγάλη, ώστε να χωρά 70 περίπου άντρες. Μετά την αποπεράτωσή της έκτισε άλλο μικρότερο καλύβι κοντά στα χωριά Αγία Μαρίνα, Γιάντσιστα (Γιάνισσα) και Ζερβοχώρι, χωριά στα οποία ήταν εγκατεστημένοι πολλοί κομιτατζήδες. Έλπιζε ότι Θα μπορούσε να επιτεθεί στα χωριά αυτά πριν περάσει πολύς καιρός. Στρατολόγησε έπειτα περισσότερους άντρες από τα γύρω χωριά και προσέλαβε, επίσης, κάποια από τα μέλη του παλιού σώματος του Μπενή. Ακόμη και τότε, όμως, η δύναμή του δεν ήταν αρκετά ισχυρή, ώστε να επιτεθεί στα προπύργια των κομιτατζήδων. Έγραψε, λοιπόν, στον «Κολιό» (υπολοχαγός Ν. Ρόκας), αρχηγό της οργάνωσης στη Νάουσα, και τον προσκάλεσε να ενώσουν τις δυνάμεις τους για την επίθεση. Ο Κολιός, όμως, είχε άλλες υποχρεώσεις.
Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν το Κέντρο της Θεσσαλονίκης έστειλε στο Βάλτο τον Τέλλο Αγαπηνό («Άγρας») με 19 άντρες και ζήτησε από τον Παπατζανετέα να «του μάθει τη λίμνη». Ο Παπατζανετέας το έκανε και έπειτα του παραχώρησε την αρχηγία. Ακριβώς εκείνη την εποχή, ο Τούρκος διοικητής της Βέροιας Ασί μπέης έστειλε στον Παπατζανετέα τον Χαλίλ μπέη με επιστολή, με την οποία του παραχωρούσε δύναμη 50 Τούρκων για να επιτεθεί εναντίον των κομιτατζήδων στη λίμνη. Ο Παπατζανετέας εξήγησε στον Χαλίλ ότι δεν είχε πια την αρχηγία αλλά ότι Θα διαβίβαζε την επιστολή στον αρχηγό του. Αμέσως μετά, όμως, ο Παπατζανετέας έπεσε άρρωστος (χωρίς αμφιβολία είχε κολλήσει ελονοσία, καθώς τα κουνούπια της λίμνης κινούνταν σα σμήνη μελισσών) κι έφυγε στη Νάουσα για να αναρρώσει, ντυμένος χωρικός και με τη συνοδεία ενός από τους μπέηδες.
Η επιχείρηση του «καπετάν Άγρα»
Ενώ ο Παπατζανετέας βρισκόταν στη Νάουσα, ο Άγρας διεξήγαγε το ριψοκίνδυνο και ορμητικό του αγώνα στη λίμνη. Ο Άγρας είχε σταλεί στην Αθήνα για να σχηματίσει σώμα ευζώνων που προοριζόταν για δράση στην περιοχή του Βερμίου, αλλά έλαβε διαταγή πρώτα να «μάθει τη λίμνη», να εκπαιδεύσει τους άντρες του εκεί, και να τη χρησιμοποιήσει ως βάση και καταφύγιο. Είχε, επίσης, διαταγή να μεταφέρει το αρχηγείο της περιοχής Νάουσας- Έδεσσας στη λίμνη, αλλά δεν επρόκειτο να δράσει εκεί η λίμνη θα αποτελούσε το ορμητήριο και όχι το χώρο της δράσης του.
Ο Άγρας συνάντησε τον Παναγιώτη (Παπατζανετέα) στην καλύβα Τσέκρι και έπειτα πήγε στις 10/23 Οκτωβρίου μαζί του στο καλύβι της Τερχόβιστας στη νότια πλευρά της δυτικής γωνίας της λίμνης. Εκεί ο Άγρας έμαθε τα μυστικά του Βάλτου και συνάντησε τους αναρίθμητους τοπικούς πράκτορες. Είχε ήδη αποκτήσει 19 άντρες. Αφού πήρε δέκα από αυτούς και άφησε τους υπόλοιπους με τον Τηλιγάδη στον Παπατζανετέα, πήγε να συναντήσει τον Ρόκα στη Νάουσα, όπου έφτασε στις 26 Οκτωβρίου. Έμεινε εκεί δέκα Περίπου μέρες. Η επίσκεψή του είχε σκοπό να πείσει τον παλιό του φίλο να παραμείνει στη Μακεδονία, να ενώσουν τις δυνάμεις τους και, παρά τις διαταγές, να εξαπολύσουν μια πραγματική επίθεση στο Βάλτο. Επέστρεψε, όμως, στη λίμνη χωρίς να επιτύχει το σκοπό του, κι αφού πρόσθεσε στο σώμα του λίγους νεοσύλλεκτους από τη Νάουσα. Ήταν αποφασισμένος, πάντως, να εκδιώξει τους κομιτατζήδες από τα προπύργιά τους στη νοτιοδυτική περιοχή. Ενώ, όμως, ο Παπατζανετέας συνειδητοποιούσε τις δυσκολίες μιας τέτοιας επιχείρησης και την ανάγκη για προσεκτική προετοιμασία, ο παρορμητικός Άγρας ήταν υπέρμαχος της δράσης και έτοιμος να αναλάβει μεγάλους κινδύνους. Απέστειλε στους κομιτατζήδες άχρηστες απειλές και τους προκαλούσε να βγουν έξω και να αναμετρηθούν μαζί του. Κουρασμένος από την απραξία, αποφάσισε να ανοίξει νέες διόδους προς τα εχθρικά οχυρά και να δημιουργήσει κοντά τους άλλη μια βάση. Για το έργο αυτό κατόρθωσε να στρατολογήσει χωρικούς από το Γιδά και άλλα ελληνικά χωριά στον κάμπο του Ρουμλουκιού• αυτοί, με τον ίδιο τον Άγρα να δίνει το παράδειγμα, δούλεψαν σκληρά μέσα στο δυνατό κρύο και τις βροχές του Νοεμβρίου, κάτω από την ένοπλη προστασία των σωμάτων. Ο Άγρας ήθελε κυρίως να καταλάβει το παλιό καλύβι των ψαράδων Κούγκα, για την οποία είχε ακουστά, αλλά κανείς από όσους ήταν μαζί του δε γνώριζε την ακριβή της θέση. Τελικά ο Άγρας βρήκε έναν ψαρά (οι περισσότεροι από αυτούς ήταν με τους κομιτατζήδες), ο οποίος ήταν πρόθυμος να αλλάξει στρατόπεδο και να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός. Ο Άγρας στρατολόγησε τότε και άλλους χωρικούς από την Αγία Μαρίνα και άρχισε να ανοίγει ακόμη ένα μονοπάτι που να οδηγεί στο προπύργιο των κομιτατζήδων. Οι κομιτατζήδες άρχισαν να παίρνουν κάποιες πληροφορίες γι’ αυτή τη δραστηριότητα• έστελναν διαρκώς περιπολίες και προσπαθούσαν να στήσουν ενέδρα στους άντρες του Άγρα. Ο Άγρας, όμως, μπορούσε να καλεί σε βοήθεια τον Νικηφόρο, ο οποίος είχε τη βάση του στο βορειοανατολικό τμήμα της λίμνης. Μετά από πολλά, βρήκε την Κούγκα, που απείχε τέσσερις ώρες μακριά από την ελληνική βάση στην Τερχόβιστα. Ήταν τώρα αποφασισμένος να εξαπολύσει επίθεση, παρόλο που ο Νικηφόρος είχε επιστρέψει στη βάση του. Επιπλέον, θεωρούσε χάσιμο χρόνου να επεκτείνει και να οχυρώσει τη δική του προκεχωρημένη βάση. Από τη βάση αυτή απέκρουε διαρκώς τις επιθέσεις εχθρικών περιπόλων, και ζούσε με την ελπίδα να επιτεθούν οι αντίπαλοί του με όλες τους τις δυνάμεις για να τους συντρίψει. Οι τολμηρές του επιθέσεις εναντίον των περιπόλων, όμως, είχαν υποχρεώσει τους κομιτατζήδες να περάσουν στην άμυνα. Το όνομα του Άγρα είχε ήδη γίνει θρύλος ανάμεσά τους και είχαν αρχίσει να ενισχύουν τις δικές τους θέσεις, βελτιώνοντας τα «τείχη» τους και καλώντας περισσότερες ενισχύσεις από τη στεριά για την άμυνά τους. Ελπίζοντας να τους προκαλέσει, ο Άγρας επιτέθηκε σε ένα από τα εξαρχικά χωριά, το Ζερβοχώρι, όπου κατέλυε συνήθως το σώμα του Αποστόλ. Παίρνοντας μαζί του δεκαοκτώ άντρες, μεταξύ των οποίων και το μικρό σώμα του Γκόνου από τα Γιαννιτσά, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στο χωριό, πυρπόλησε σπίτια και συνέλαβε αιχμαλώτους• ο άθλος του αυτός ενίσχυσε τη φήμη του στην περιοχή και εγκαρδίωσε τις ελληνικές κοινότητες. Η επιτυχία του αυτή, ωστόσο, έκανε τους αντιπάλους ακόμη πιο διστακτικούς να του επιτεθούν, καθώς αρκούνταν πια σε περιπολίες μόνο από απόσταση ασφαλείας. Ο Άγρας άρχισε να χάνει την υπομονή του. Αντιμετώπιζε δυσκολίες με τον εφοδιασμό του σώματός του, ενώ ο ίδιος υπέφερε από πυρετό. Αποφάσισε, λοιπόν, να επιτεθεί. Νωρίς το πρωί στις 14/27 Νοεμβρίου ξεκίνησε με είκοσι ευζώνους και αρκετούς ντόπιους αντάρτες, αφήνοντας λίγους άντρες να φρουρούν τη βάση του. Με τις επτά πλάβες τους γλίστρησαν αργά και αθόρυβα προς το Κεντρικό καλύβι του εχθρού, όπου έφτασαν ακριβώς την ώρα που ανέτειλε ο ήλιος. Άνοιξαν πυρ που οι σκοποί των κομιτατζήδων ανταπέδωσαν οχυρωμένοι πίσω από τα αναχώματά τους. Ο Άγρας και οι άντρες του πλησίασαν περισσότερο και έπειτα άφησαν τις πλάβες τους για να προχωρήσουν μέσα από το νερό με σκοπό να ρίξουν βόμβες μέσα στο καλύβι. Οι βόμβες αυτές, όμως, δεν εξερράγησαν. Τότε ο Άγρας και οι άντρες του βρέθηκαν ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά που προέρχονταν από τις άλλες θέσεις των κομιτατζήδων. Η συμπλοκή συνεχίστηκε για αρκετή ώρα, γιατί παρά την αποτυχία των βομβών, ο Άγρας, εμψυχώνοντας τους άντρες του, αποπειράθηκε να καταλάβει το κεντρικό καλύβι προτού φτάσουν εχθρικές ενισχύσεις από το κοντινό χωριό Γκόλο Σέλο. Στο κρισιμότερο σημείο της μάχης, τρεις από τους άντρες του Άγρα σκοτώθηκαν και έξι τραυματίστηκαν, ανάμεσά τους και ο Άγρας (χτυπήθηκε στο χέρι και έχασε ένα δάχτυλο) και ο Τηλιγάδης, ο οποίος μαχόταν στα πλευρά, στην προσπάθειά του να σιγήσει τα διασταυρούμενα πυρά από τις εχθρικές Θέσεις υποστήριξης. Παρόλο που ο Άγρας τραυματίστηκε για δεύτερη φορά στον ώμο, συνέχισε να πολεμά για αρκετή ώρα, και με μεγάλη απροθυμία έδωσε τελικά διαταγή στους άντρες του να γυρίσουν πίσω στις βάρκες-μια εξαιρετικά δύσκολη κίνηση, γιατί εξαιτίας της λάσπης που υπήρχε στον πάτο, το κάθε βήμα έπρεπε να γίνεται πολύ αργά. Μέχρι το μεσημέρι, πάντως, οι επιζώντες μαζί με τους τραυματίες επέστρεψαν στην προκεχωρημένη βάση τους στην Κούγκα• ο Άγρας, όμως, αφού έστειλε πίσω τους τραυματίες, δεν εννοούσε να υποχωρήσει άλλο. Το βράδυ έφτασε με άντρες από τη βορειοανατολική περιοχή ο Νικηφόρος, που είχε ακούσει τους πυροβολισμούς.Έστειλε περιπολίες, που έδειξαν ότι οι κομιτατζήδες δεν είχαν τολμήσει να βγουν από τα προπύργιά τους για να επιτεθούν. Το ίδιο βράδυ ο Νικηφόρος έπεισε τον Άγρα να αναδιπλωθεί στο καλύβι «Βαγγέλης», ενώ ο ίδιος ανέλαβε να κρατήσει την Κούγκα με τη βοήθεια του Τηλιγάδη που ήταν μόνο ελαφρά τραυματισμένος.
Λίγο αργότερα επέστρεψε στη λίμνη ο Παπατζανετέας. Είχε μάθει για τη συμπλοκή ενώ ανάρρωνε στη Νάουσα και ήταν ό,τι ακριβώς φοβόταν: ο Άγρας είχε βρεθεί μεταξύ δύο πυρών, επειδή είχε αγνοήσει τη συμβουλή του Παπατζανετέα να χρησιμοποιήσει δυνάμεις από τον ανατολικό τομέα για την ανάσχεση των εχθρικών θέσεων που βρίσκονταν στα πλάγια, καθώς η επίθεση εξαπολυόταν εναντίον του κύριου αντικειμενικού στόχου. Το ελληνικό κομιτάτο της Βέροιας, μόλις πληροφορήθηκε την κατάσταση, ικέτευσε τον Παπατζανετέα να επιστρέψει αμέσως, διαφορετικά υπήρχε ο κίνδυνος να καταστραφεί όλο του το έργο στη λίμνη• αν και άρρωστος, ο μεγάλος αυτός πατριώτης ξεκίνησε αμέσως, με τη συνοδεία του Ανβί μπέη, φιλικά διακείμενου Τούρκου, για να επισπεύσει το ταξίδι.
Μόλις έφτασε στην Κούγκα ο Παπατζανετέας αποφάσισε να χτίσει αμέσως ακόμη ένα καλύβι κοντά στο εχθρικό προπύργιο του Ζερβοχωρίου. Παίρνοντας μαζί του δώδεκα άντρες, στους οποίους πρόσθεσε μερικούς από τους άντρες του Καραπάνου, ξεκίνησε την προσπάθειά του, για να διαπιστώσει, όμως, ότι ο εχθρός είχε ήδη κατασκευάσει καλύβι στην περιοχή. Προσέχοντας να μη βρεθεί ανάμεσα σε δύο πυρά, αποσύρθηκε στην Κούγκα και εκεί σχεδίασε να φέρει στην ίδια θέση-μεταξύ δύο πυρών-τους αντιπάλους του. Ακολουθώντας νέο, άγνωστο στον εχθρό, κανάλι ανάμεσα στις καλαμιές, επιτέθηκε στο καινούριο καλύβι. Ο Καραπάνος θα εξαπέλυε επίθεση από την Κούγκα και έτσι θα έθετε τον εχθρό ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, εμποδίζοντάς τον έτσι να λάβει ενισχύσεις από το καλύβι του Ζερβοχωρίου.
Ξεκινώντας ήσυχα και αργά στις 3 π.μ. (21 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου) ο Παπατζανετέας έφτασε στις 6 π.μ. σε απόσταση αναπνοής από το καλύβι. Μια άγρια μάχη άρχισε σύντομα, με τον Καραπάνο να βοηθά, όπως ήταν το σχέδιο. Εξαντλήθηκαν, όμως, τα πυρομαχικά του Παπατζανετέα. Τη στιγμή εκείνη έφτασαν στην άκρη της λίμνης τουρκικές δυνάμεις. Ο Παπατζανετέας υποχώρησε αμέσως, έχοντας επιφέρει σημαντικές απώλειες στον εχθρό, χωρίς όμως να έχει πετύχει τον αντικειμενικό του στόχο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε τώρα να κατασκευάσει δύο νέα καλύβια, αλλά η δυσκολία ήταν ότι δεν υπήρχαν αρκετοί άντρες για να τις επανδρώσουν.
Λίγο μετά το επεισόδιο αυτό, ο Παπατζανετέας έλαβε μια ακόμη πρόσκληση από τον Τούρκο διοικητή της Βέροιας να πάρει μέρος σε κοινές επιχειρήσεις εναντίον των κομιτατζήδων. Την εποχή εκείνη, όμως, είχε ήδη αναλάβει τη διοίκηση ο Σάρρος και η απόφαση ανήκε σ’ αυτόν και όχι στον Παπατζανετέα. Οι Έλληνες ήταν πάντοτε διχασμένοι σχετικά με το ζήτημα αυτό, να δεχτούν, δηλαδή, ή όχι την τουρκική βοήθεια. Ούτως ή άλλως τις μάχες στη λίμνη θα έδιναν οι Έλληνες, καθώς οι Τούρκοι δεν είχαν καμιά πρόθεση να εμπλακούν σε τέτοιου είδους πόλεμο. Οι ελληνικές δυνάμεις πάντως κάθε άλλο παρά διέθεταν την απαιτούμενη δύναμη γι’ αυτό το εγχείρημα, και στο τέλος ο Παπατζανετέας συμβούλεψε τον Κάλλα (Κωνσταντίνος Σάρρος) να απαντήσει στους Τούρκους ότι ήταν αδύνατο να διεξαχθούν κοινές επιχειρήσεις, μέχρι να λάβουν οι Έλληνες τις ενισχύσεις που περίμεναν από τη Νάουσα και την Έδεσσα.
Στο μεταξύ ο Άγρας είχε πάρει εντολή να πάει στη Θεσσαλονίκη για ιατρική παρακολούθηση και, επειδή ήταν σε άσχημη κατάσταση, υπάκουσε για πρώτη φορά. Έκανε το ταξίδι μεταμφιεσμένος σε χωρικό με τη συνοδεία του φιλέλληνα Χαλίλ μπέη. Σε λιγότερο, όμως, από μια εβδομάδα ήταν πίσω στη λίμνη με τα τραύματά του ακόμη ανοικτά. Πήγε πρώτα στο Τσέκρι και από εκεί στην Κούγκα. Στην Κούγκα οι Έλληνες, στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν τη βάση τους, διέπραξαν ένα σοβαρό σφάλμα: υψώνοντας υπερβολικά το περιμετρικό ανάχωμα κατέστησαν το καλύβι τους ιδιαίτερα εμφανές, ώστε να παρενοχλείται διαρκώς από τα πυρά εχθρικών περιπόλων. Ωστόσο, με τη βοήθεια των χωρικών, κατόρθωσαν να φτιάξουν ένα επικουρικό καλύβι και μια ισχυρή βάση εφοδίων κάπου ενάμισι χιλιόμετρο στα μετόπισθεν. Στο μεταξύ, και ο εχθρός ισχυροποιήθηκε και ενίσχυσε τις θέσεις του• έτσι, ο αγώνας στη λίμνη, οι αψιμαχίες, δηλαδή, ανάμεσα σε περιπόλους,
συνεχίστηκαν σε όλη τη διάρκεια του χειμώνα.
Ο Παπατζανετέας είχε στο μεταξύ φύγει από τη λίμνη και στις 17/30 Δεκεμβρίου έφτασε στην Αθήνα, όπου έδωσε αναφορά στον Κ. Μαζαράκη και τον Κορομηλά. Ενημέρωσε τις αρχές στην Αθήνα για την κατάσταση στο Βάλτο και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν στην περιοχή και αρνήθηκε να δεχτεί οποιαδήποτε ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του. Τόσο ο Μαζαράκης όσο και ο Κορομηλάς τον παρακάλεσαν να επιστρέψει όσο το δυνατόν συντομότερα. Μέχρι να επιστρέψει, ο Άγρας είχε ήδη αναχωρήσει. Όλο αυτό το διάστημα, παρόλο που ήταν πολύ άρρωστος, επέμεινε απεγνωσμένα στην αποστολή του. Ετοίμαζε νέα επίθεση και έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να αυξήσει τις δυνάμεις του στρατολογώντας άντρες από τον ντόπιο πληθυσμό. Είχε αρχίσει ήδη να δρα με βάση σχέδιο που πρέπει να δούλευε από καιρό στο μυαλό του. Φαίνεται ότι έλπιζε να θέσει τέρμα στον αγώνα των «Ελλήνων» εναντίον των «Βουλγάρων» και των ρουμανιζόντων. Ήδη πολλοί πρώην εξαρχικοί πήγαιναν να τον επισκεφθούν στο καλύβι του, όπου συγκροτούσε δικαστήριο για την επίλυση διαφορών, προσπαθώντας να πείσει όλους τους χριστιανούς, όποια γλώσσα και αν μιλούσαν, να ενωθούν και να πολεμήσουν τους Τούρκους. Δεν είναι δυνατό να μιλήσει κανείς με ακρίβεια για τις πεποιθήσεις του, όποιες, όμως, και αν ήταν, επρόκειτο να έχουν τραγικές συνέπειες.
Το Φεβρουάριο του 1907, μετά από πιέσεις του φίλου του Νικηφόρου, ο Άγρας άφησε τη λίμνη και πήγε να μείνει με φιλικούς πατριαρχικούς στην Νάουσα, για να βρίσκεται κάτω από την ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα του ιατρού Περδικάρη. Από τη Νάουσα συνέχισε το έργο της οργάνωσης: δέχτηκε πολλούς επισκέπτες, ανάμεσά τους και τον Γκόνο, τον «πρύτανη» της λίμνης, ενώ ο Νικηφόρος τον κρατούσε πλήρως ενήμερο για τις δικές του επιχειρήσεις. Στη Νάουσα τον επισκέφθηκαν επίσης και πολλοί εξαρχικοί, με τους οποίους ο Άγρας διατηρούσε φιλικές σχέσεις, και μέσω των οποίων προσπάθησε να πετύχει μια ελληνοσλαβική ένωση στη Μακεδονία. Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς ειπώθηκε μεταξύ τους αλλά στο τέλος ο Άγρας συμφώνησε να συναντήσει τους κομιτατζήδες Βάνε Ζλάταν και Γκεόργκι Κασάπτσε στις 3/16 Ιουλίου στο Γκαμπράν Καμίν, δεκαέξι χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Νάουσας. Εκεί, ενώ του παρέθεσαν πλούσιο τραπέζι, τον αιχμαλώτισαν με δόλιο τρόπο μαζί με το σύντροφό του Μίγκα• αφού τους κακομεταχειρίστηκαν, τους περιέφεραν δέσμιους στα χωριά και τελικά, στις 7/20 Ιουλίου, τους κρέμασαν σε μια βελανιδιά ανάμεσα στο Τέχοβο και το Βλάδοβο.
Στο μεταξύ τον Απρίλιο επέστρεψε στη λίμνη ο Παπατζανετέας. Έφυγε από την Αθήνα με δώδεκα άντρες στις 29 Μαρτίου/11 Απριλίου 1907, και έφτασε μια εβδομάδα αργότερα στο καλύβι της Τερχόβιστας. Εκεί διαπίστωσε ότι η κατάσταση είχε επιδεινωθεί. Τα σώματα είχαν εξασθενήσει, οι ντόπιοι άντρες και οι οδηγοί είχαν γυρίσει στα χωριά τους. Οι περισσότεροι άντρες των σωμάτων έμεναν άπραγοι, χωρίς πειθαρχία και ευέξαπτοι. Υπήρχε έλλειψη χρημάτων, εφοδίων και πυρομαχικών. Ο Παπατζανετέας πήγε ο ίδιος στη Θεσσαλονίκη για να αναφέρει την κατάσταση και να εξηγήσει πόση σημασία είχε να επιτεθούν εναντίον του εχθρού όσο η λίμνη ήταν ακόμη πλημμυρισμένη. Όταν επέστρεψε, δέχτηκε ακόμη μια φορά προτάσεις από τους Τούρκους για συνδυασμένες επιχειρήσεις. Αλλά ούτε ο Κάλλας, ούτε ο Γκόνος, οι ντόπιοι καπετάνιοι, ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν κάτι τέτοιο. Ο Παπατζανετέας αποφάσισε έτσι να φύγει από τη λίμνη (είχε θέσει όρο στις αρχές ότι δε θα παρέμενε εκεί, εφόσον δεν έβρισκε επαρκή υποστήριξη) και ξεκίνησε να συναντήσει τον Ματαπά κοντά στην Παλατίτσα. Εκεί έμαθε ότι ο Ματαπάς είχε διαταγή από το κέντρο της Θεσσαλονίκης να βοηθήσει στις επιχειρήσεις στη λίμνη. Αυτές οι επιχειρήσεις, όμως, δεν οργανώθηκαν ποτέ, γιατί τις εμπόδισε ο Κάλλας. Ο Παπατζανετέας έτσι επέστρεψε πάλι στην Αθήνα. Εκεί υπέβαλε ακόμη μια έκθεση, με αποτέλεσμα να αντικατασταθεί ο Κάλλας από τον ανθυπολοχαγό Παπαγακή («Αγραφιώτης»), και να αναλάβει ο Παπατζανετέας να συνοδέψει το νέο αρχηγό «για να τον μυήσει στα μυστικά του Βάλτου». Ο Παπατζανετέας δεν έμεινε, όμως, για πολύ στο Βάλτο. Προσβλήθηκε και πάλι από πυρετό και αιμορραγίες και γύρισε στην Αθήνα, απογοητευμένος που δεν μπόρεσε να εκπληρώσει το όνειρό του να εκδιώξει τον εχθρό από τη λίμνη των Γιαννιτσών.
Στη διάρκεια του 1906, ο Παπατζανετέας μαζί με τον Άγρα και τον Νικηφόρο, είχαν επιδείξει μεγάλη δραστηριότητα και είχαν κατορθώσει να γείρει η πλάστιγγα προς την ελληνική πλευρά. Οι επιχειρήσεις των τριών αρχηγών είχαν αναγκάσει τους κομιτατζήδες να συγκεντρώσουν τις προσπάθειές τους στην υπεράσπιση των οχυρών τους στη λίμνη, με αποτέλεσμα να μειωθεί κατά πολύ η δραστηριότητά τους στη γύρω περιοχή και στα ορεινά προς τα βόρεια. Έτσι, πολλά χωριά προσχώρησαν στους Έλληνες, τα σώματα των οποίων είχαν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, ελευθερία που στάθηκε αποφασιστικός παράγοντας στο Μακεδονικό Αγώνα. Την επόμενη χρονιά, πάντως, εξαιτίας διαφωνιών και της απραξίας των οπλαρχηγών, η πρωτοβουλία χάθηκε σε κάποιο βαθμό και η αποτυχία τους να κυριαρχήσουν στη λίμνη κατέστησε το έργο των ελληνικών σωμάτων στην περιοχή Έδεσσας-Βέροιας-Γευγελής πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι θα ήταν διαφορετικά. Όχι πως τα σώματα αυτά δεν είχαν επιτυχίες. Στις περισσότερες περιπτώσεις όχι μόνο δεν έχασαν έδαφος, αλλά αναχαίτισαν και την επιρροή των εξαρχικών• δεν μπόρεσαν, όμως, ποτέ να καταφέρουν ένα συντριπτικό πλήγμα στους εχθρούς τους στην περιοχή αυτή.
Dakin D.,«Ο Αγώνας στη λίμνη των Γιανιτσών»,Ο Ελληνικός Αγώνας στη Μακεδονία 1897-1913,μετφρ. Γιάννης Στεφανίδης – Ξένια Κοτζαγεωργή, Θεσσαλονίκη: εκδoτικός οίκος αδελφών Κυριακίδη,1996, σελ. 363-381.
history-of-macedonia.com
Τετάρτη 30 Απριλίου 2014
«Μιλάμε για τη Νάουσα του 20ου αιώνα»
Η Εταιρεία Μελετών Ιστορίας και Πολιτισμού Ν. Ημαθίας (Ε.Μ.Ι.Π.Η.) σε συνεργασία με το Δήμο Νάουσας διοργανώνει επιστημονική ημερίδα με γενικό θέμα «Μιλάμε για τη Νάουσα του 20ου αιώνα».
Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013
Παρασκευή 31 Μαΐου 2013
Ιστορικά σημειώματα περί Σιατίστης
Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012
Ορσηίς - Η μητέρα των Ελλήνων
Στην ελληνική μυθολογία η Ορσηίδα (Ορσηίς) ήταν η νύμφη που έμελλε να γίνει η μητέρα όλων των Ελλήνων. Η νύμφη Ορσηίδα παντρεύτηκε το γιο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, Έλλην...
Ο συγγραφέας Μιχάλης Καλόπουλος (www.greatlie.com) μας διηγείται την παρακάτω ιστορία: "Αν ρωτήσετε οποιονδήποτε Έλληνα, οποιουδήποτε μορφωτικού επιπέδου, οπουδήποτε στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, ποια είναι η Σάρρα;... αναμφίβολα θα πάρετε έναν τεράστιο αριθμό ικανοποιητικών απαντήσεων. Αν όμως ρωτήσετε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, του πλέον υψηλού μορφωτικού επιπέδου, από δασκάλους μέχρι ακαδημαϊκούς, ποια είναι η Ορσηίδα; (η έρευνα αυτή έγινε τα τελευταία δυο χρόνια από μένα τον ίδιο, σε εκτεταμένο δείγμα)... θα πάρετε όλες της απίθανες απαντήσεις –εκτός απ την πραγματική- ότι η Ορσηίδα… είναι η Προμήτηρα των Ελλήνων!
Αυτή η θλιβερή, καθολική άγνοια των προγόνων μας, είναι και η καλύτερη απόδειξη της απόλυτης ιστορικής αφασίας των ελλήνων! Όχι μόνο δεν ξέρουν ότι έχουν προπάτορά τους τον Έλληνα, τον γιο του Δευκαλίωνα, αλλά ούτε και οι πλέον μορφωμένοι Έλληνες δεν γνωρίζουν, ότι η σύζυγός του Ορσηίδα, είναι η ιστορική μητέρα των Ελλήνων!
Μάλιστα για τις ανάγκες αυτού του άρθρου, μάταια προσπάθησα να βρω στο διαδίκτυο έστω και μια εικόνα της μυθικής αυτής μητέρας των Ελλήνων! Αναγκάστηκα λοιπόν, να επισκευθώ το μόνο μέρος που (ξεναγούμενος μόλις προ καιρού συνειδητοποίησα και ο ίδιος την μεγάλη αυτή έλλειψη), τον "Ναό των Ελλήνων" στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, κατασκευασμένο (προ δεκαετίας) από τον υπεραθλητή (παγκοσμίου αναγνώρισης) μαραθωνοδρόμο Αριστοτέλη Κακογεωργίου. Στο προαύλιο αυτού του "Ναού των Ελλήνων", υπάρχει το μοναδικό πανελλαδικά μαρμάρινο σύμπλεγμα (ανδριάντας) της ολότελα άγνωστης μητέρας των Ελλήνων, που στην ιερή αγκαλιά της, κρατά τρυφερά τα παιδιά της Δώρο, Ξούθο, Αίολο, απ’ τους οποίους προήλθαν οι βασικές φυλές των Ελλήνων!"
Σύμφωνα με τον μύθο (σ.σ. Διαβάστε το άρθρο μας για τον "Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα"), μετά τον κατακλυσμό, ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα πήγαν στους Δελφούς και στο ιερό της Θέμιδας για να εκφράσουν και σ αυτή την ίδια επιθυμία. Η θεά τους άκουσε και τους απάντησε με τον παρακάτω χρησμό: Αν ήθελαν να φέρουν στη ζωή νέους ανθρώπους θα έπρεπε να καλύψουν τα πρόσωπά τους και να ρίχνουν πίσω από την πλάτη τους τα οστά της μητέρας τους.Εκείνοι κατάλαβαν την ερμηνεία του χρησμού και αφού έκαναν ότι τους έλεγε ο χρησμός άρχισαν να πετάνε πέτρες πίσω από την πλάτη τους, αφού αυτές προέρχονταν από τα σπλάχνα της μάνας Γης.
Οι πέτρες που πετούσε ο Δευκαλίωνας μεταμορφώνονταν σε άνδρες και αυτές που πετούσε η Πύρρα μεταμορφώνονταν σε γυναίκες. Από την πρώτη δε πέτρα που πέταξε ο Δευκαλίωνας προήλθε ο Έλληνας, γενάρχης των Ελλήνων.
Ο γενάρχης των Ελλήνων ο Έλλην γέννησε με την Ορσηίδα τρεις γιους, τον Δώρο τον Ξούθο και τον Αίολο τους πρώτους αρχηγούς των Ελλήνων.
Ο Ξούθος βασίλεψε στη Πελοπόννησο και έκανε δύο γιους, τον Αχαιό και τον Ίωνα από τους οποίους οι Αχαιοί και οι Ίωνες πήραν τα ονόματά τους. Ο Αίολος βασίλεψε στη Θεσσαλία και οι κάτοικοι ονομάσθηκαν Αιολείς απ' αυτόν. Ο Δώρος και οι άνθρωποι του που ονομάστηκαν Δωριείς εγκαταστάθηκαν στις περιοχές ανατολικά του Παρνασσού.
Ο Απολλόδωρος μας λέγει, Μετάφραση: "[...]Ο Ζεύς, στέλνοντας του τον Ερμή, τον προέτρεψε να διαλέξει ότι θέλει. Κι αυτός διάλεξε να του γεννήσει ανθρώπους. Όπως του είπε λοιπόν ο Ζευς, έπαιρνε λίθους και τους πετούσε πάνω από το κεφάλι του. Όσοι πέταξε ο Δευκαλίωνας έγιναν άνδρες, όσοι έταξε η Πύρρα γυναίκες. Για αυτό και ονομάστηκαν λαοί μεταφορικά, από το λάας που είναι ο λίθος. Ο Δευκαλίωνας απέκτησε από την Πύρρα δυο υιούς, πρώτο τον Έλληνα, που όπως λένε κάποιοι, γεννήθηκε από τον Δία και δεύτερο τον Αμφικτύονα, που έγινε βασιλιάς στην Αττική μετά τον Κραναό, και μία θυγατέρα, την Πρωτογένεια, που από τον Δία γέννησε τον Αέθλιο. Από τον Έλληνα και τη νύμφη Ορσηίδα γεννήθηκαν ο Δώρος, ο Ξούθος και ο Αίολος. Αυτός ονόμασε Έλληνες τους λεγόμενους Γραικούς και μοίρασε τη χώρα τα παιδιά του. Ο Ξούθος, που πήρε την Πελοπόννησο, απέκτησε από την Κρέουσα, κόρη του Ερεχθέα, τον Αχαιό και τον Ίωνα, από τους οποίους ονομάστηκαν οι Αχαιοί και οι Ίωνες. Ο Δώρος έλαβε την περιοχή πέρα από την Πελοπόννησο και ονόμασε τους κατοίκους της με το όνομά του Δωριείς. Ο Αίολος, ως βασιλέας στην περιοχή της Θεσσαλίας, ονόμασε του κατοίκους της Αιολείς, παντρεύτηκε την Εναρέτη, κόρη του Δηίμαχου, και απέκτησε επτά γιούς, τον Κρηθέα, τον Σίσυφο, τον Αθάμαντα, τον Σαλμωνέα, τον Δηιόνα, τον Μάγνητα και τον Περιήρη, και πέντε κόρες, τις Κανάκη, Αλκυόνη, Πεισιδίκη, Καλύκη και Περιμήδη. [...]"
Πηγή: http://www.ellinikoarxeio.com/2010/11/hellenic-mythology-of-nymphs.html#ixzz2AzBjQBzs
Οι Νύμφες ήταν γυναικείες μορφές θεϊκής καταγωγής, νεαρές στην ηλικία, που ζούσαν μέσα στην άγρια φύση, τριγύριζαν στα βουνά, συνοδεύοντας την Άρτεμη και παίζοντας μαζί της. Ήταν όλες τους πανέμορφες, η Άρτεμη όμως ξεχώριζε με τη θωριά της ανάμεσά τους. Τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί με τον Πάνα στα λιβάδια και στις πλαγιές, συνήθως κοντά στις πηγές. Υμνούσαν με τις γλυκιές φωνές τους τους Ολύμπιους θεούς και ιδιαίτερα τον πατέρα του Πάνα, τον Ερμή. Μαζί τους χόρευε και η Αφροδίτη, μαζί με τις Χάριτες, όπως λέει ο Όμηρος, στο βουνό Ίδα, στην Τροία. Άλλοτε το χορό τους τον οδηγεί ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας. Οι Νύμφες θεωρούνταν γενικά κάτι μεταξύ θεών και θνητών, όχι καθαυτό θεές. Δεν ήταν αθάνατες, ζούσαν όμως πάρα πολύ και τρέφονταν με αμβροσία.

Συγγένευαν με μεγάλους θεούς, ενώ ο Ερμής θεωρούνταν γιος Νύμφης, της Μαίας. Γενικά, επικρατούσε η αντίληψη πως ήταν κόρες του Δία. Άλλοι, πάλι, τις θεωρούσαν κόρες ποταμών: είτε του μεγαλύτερου ποταμού που υπήρχε, του Ωκεανού, είτε του Αχελώου, είτε κόρες των τοπικών ποταμών ενός τόπου. Έτσι, κάθε περιοχή είχε τα ποτάμια της και καθένα απ' αυτά είχε γεννήσει τις Νύμφες της περιοχής αυτής, λ.χ. ο ποταμός Πηνειός ήταν ο πατέρας των Νυμφών της Θεσσαλίας και ο ποταμός Ξάνθος ήταν ο γεννήτορας των Νυμφών της Τροίας. Πολύ συχνά εκείνες έδιναν τα ονόματά τους στις κοντινές πόλεις, όπως έγινε με τη Νύμφη Σπάρτη, που ήταν κόρη του ποταμού Ευρώτα. Υπήρχαν όμως και κάποιες Νύμφες, οι οποίες λέγονταν Μελίες και είχαν γεννηθεί από τις σταγόνες του αίματος του Ουρανού, που έπεσαν στη Γη, όταν ο Κρόνος, ο γιος του, του έκοψε τα γεννητικά του όργανα.
Ήταν κατεξοχήν πνεύματα του γλυκού νερού και βρίσκονταν στα ποτάμια, στις πηγές και μέσα στα βουνά από τα οποία πήγαζαν ποτάμια. Συνόδευαν πάντα το νερό, τονίζοντας έτσι τη μεγάλη του σημασία για την ύπαρξη ζωής. Χωρίς αυτό ούτε βλάστηση, ούτε γονιμότητα υπάρχει. Μέσω λοιπόν της ζωογόνας δύναμης του νερού οι Νύμφες εξαπλώθηκαν στα βουνά και στα δάση και συνδέθηκαν με τη βλάστηση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θεωρούνται κόρες του Ωκεανού ή άλλων ποταμών.
Έτσι οι Νύμφες κατέληξαν να είναι τριών ειδών: 1) Ναϊάδες, δηλαδή Νύμφες των ποταμών, των πηγών και των κρηνών και είναι οι πιο γνωστές, 2) Ορεστιάδες, που κατοικούσαν στα βουνά όπου υπάρχουν πηγές και 3) Δρυάδες ή Αμαδρυάδες, δηλαδή Νύμφες των μοναχικών δέντρων και των λιβαδιών και ταυτίζονταν με τις Μελίες.Οι Ναϊάδες κατοικούσαν μέσα σε σπηλιές, που βρίσκονταν κοντά σε νερό ή μέσα σ' αυτό, κάτω από την επιφάνεια των ποταμών. Μέσα στις σπηλιές τους απολάμβαναν τις χαρές του έρωτα με τον Ερμή ή τους Σιληνούς. Ζούσαν όσο και οι πηγές, κοντά στις οποίες κατοικούσαν: όταν στέρευαν εκείνες, οι Ναϊάδες έσβηναν. Το ίδιο συνέβαινε με τις Αμαδρυάδες -που το όνομά τους σημαίνει "δέντρο και γυναίκα ταυτόχρονα"- τα πεύκα, τα έλατα και οι δρυς άρχιζαν να μεγαλώνουν με το που άρχιζε η ζωή μιας Νύμφης. Ήταν δέντρα δυνατά και ζούσαν για πολλά χρόνια, ενώ οι θνητοί απαγορευόταν να τα αγγίξουν με τσεκούρι.
Ο λόγος ήταν ότι θεωρούνταν δέντρα ιερά και τα ιερά άλση που σχημάτιζαν ήταν χώροι αφιερωμένοι στους θεούς. Όταν ερχόταν η ώρα της Νύμφης να πεθάνει, μαραινόταν πρώτα το δέντρο της μέσα στη γη. Κάποτε μια Νύμφη, εκεί που χόρευε με τις όμοιές της, χλόμιασε παρατηρώντας τη βελανιδιά της να κουνιέται πέρα δώθε. Άφησε το χορό γεμάτη ανησυχία· πολύ γρήγορα χάλασε η φλούδα, έπεσαν τα κλαδιά και ταυτόχρονα η ψυχή της Νύμφης πέταξε, αποχαιρετώντας το φως του Ήλιου. Οι Νύμφες, όταν βρέχει, χαίρονται, γιατί τρέφονται τα δέντρα, ή κλαίνε, όταν οι βελανιδιές χάνουν τα φύλλα τους.
Για τις Ναϊάδες, ιδιαίτερα, υπάρχουν πολλοί μύθοι, που αφορούν τις ερωτικές τους περιπέτειες. Έλεγαν ότι κάποτε ο Ύλας, σύντροφος του Ηρακλή, πλησίασε σε μια πηγή, για να γεμίσει την υδρία του. Εκεί συνήθιζαν να μαζεύονται οι Νύμφες και να τραγουδούν ύμνους στην Άρτεμη ολονυχτίς. Ο Ύλας είχε φτάσει ακριβώς την ώρα που οι Νύμφες άρχισαν να συγκεντρώνονται και μια απ' αυτές, η Εφυδάτια, που κατοικούσε μέσα στην πηγή, σήκωσε το κεφάλι της και τον αντίκρισε. Θαμπώθηκε από τη θεϊκή του ομορφιά και τον ερωτεύτηκε. Εκείνος, σκυμμένος είχε βουτήξει την υδρία του μέσα στο νερό, χωρίς να υποπτεύεται πως κάποιος τον παρακολουθεί με προσοχή. Η Νύμφη θέλησε ν' αρπάξει την ευκαιρία και να τον φιλήσει· τον αγκάλιασε από το λαιμό και τον τράβηξε μαζί της στο βυθό. Οι σύντροφοί του έψαξαν να τον βρουν, μα δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να εξηγήσουν την εξαφάνισή του. Πολύ γνωστές επίσης ήταν οι ιστορίες των ερώτων των Νυμφών με βοσκούς, που συνήθως έβοσκαν τα πρόβατά τους στις όχθες των ποταμών. Έπειτα οι Νύμφες έφερναν στον κόσμο γιους θνητούς, αλλά σοφούς και γενναίους.
Εξίσου ονομαστές ήταν οι ιστορίες για τους έρωτες
του Απόλλωνα με Νύμφες και ιδιαίτερα η ιστορία της Δάφνης. Ο θεός την
πολιορκούσε με μεγάλη επιμονή, χωρίς επιτυχία. Μόλις του δόθηκε η κατάλληλη
ευκαιρία, άρχισε να την κυνηγάει. Τη στιγμή που ήταν έτοιμος να την αρπάξει, η
Δάφνη παρακάλεσε απεγνωσμένα τη μάνα της, τη Γαία, να τη βοηθήσει. Τότε,
πραγματικά, άνοιξε η γη και κατάπιε τη Δάφνη, ενώ στη θέση της φύτρωσε ένα φυτό
που πήρε το όνομά της. Μια άλλη Νύμφη, η Ωκυρρόη, κόρη ενός ποταμού της Σάμου, επιχείρησε να φύγει με μια βάρκα από το νησί, για να γλιτώσει από τα χέρια του θεού. Μάταια όμως προσπαθούσε, γιατί ο Απόλλωνας μεταμόρφωσε το βαρκάρη που τη μετέφερε σε ψάρι και τη βάρκα της σε βράχο.
Σύμφωνα με την παράδοση, οι Νύμφες ήταν γνωστές τροφοί πολλών και σημαντικών θεών ή ηρώων· ήταν δηλαδή εκείνες που αναλάμβαναν την ανατροφή τους, όταν βρίσκονταν σε πολύ μικρή ηλικία. Τους θήλαζαν και αποτελούσαν τις αντικαταστάτριες των μανάδων τους. Πρώτα πρώτα, ο ίδιος ο Δίας ανατράφηκε απ' αυτές στην Κρήτη. Ακολουθούν η Ήρα, η Περσεφόνη, ο Ερμής, ο Πάνας και ο Διόνυσος. Από τότε οι Νύμφες αποτελούν μέλη του Διονυσιακού θιάσου, μαζί με τους Σατύρους. Ακόμη, η θεά Αφροδίτη είχε εμπιστευθεί τον Αινεία, το γιο της, στις Νύμφες του τρωικού βουνού Ίδη. Στις Ναϊάδες απέδιδαν διάφορες ιδιότητες: έλεγαν πως μπορούσαν να κάνουν τα νερά μιας πηγής ιαματικά, γι' αυτό και συχνά πρόσφεραν οι θνητοί θυσίες προς τιμή τους. Οι πιο ονομαστές περιπτώσεις Ναϊάδων με παρόμοιες ικανότητες βρίσκονταν στην Πελοπόννησο και τη Σικελία· εκεί, στις θερμές πηγές της Ιμέρας, έλεγαν ότι πήγαινε ο Ηρακλής για ν' ανανεωθεί η δύναμή του.
Πίστευαν ακόμη πως οι Ναϊάδες είχαν ιατρικές θεραπευτικές ικανότητες, κυρίως λόγω της σχέσης τους με τον Απόλλωνα, καθώς και το χάρισμα να προφητεύουν τα μελλούμενα. Για την ακρίβεια, επικρατούσε η αντίληψη πως ήξεραν να ερμηνεύουν τη θέληση της ανώτερης θεότητας· η Ερατώ τις επιθυμίες του Πάνα ή η Δάφνη αυτές της Γαίας. Στο σπήλαιο Σφραγίδιο του βουνού Κιθαιρώνας υπήρχε μαντείο των Νυμφών, ενώ πολλοί θνητοί, προικισμένοι με μαντικές ικανότητες, έλεγαν πως τις ικανότητές τους τις είχαν λάβει από κείνες. Επίσης, θεωρούνταν μητέρες πολλών σοφών θνητών, μάντεων και γιατρών, όπως η Χαρικλώ του Τειρεσίας, η Φιλύρα του Χείρωνα και η Κορωνίδα, μάνα του Ασκληπιού.Οι Νύμφες λατρεύονταν σε πολλά μέρη σ' όλη την Ελλάδα, δεν υπήρχαν όμως ναοί αφιερωμένοι σ' αυτές. Οι θυσίες προς τιμή τους γίνονταν κοντά σε πηγές ή μέσα σε σπηλιές. Ο Οδυσσέας και οι κάτοικοι της Ιθάκης τις τιμούσαν με εκατόμβη, δηλαδή θυσία εκατό βοδιών. Συχνή ήταν και η ύπαρξη των βωμών τους μέσα σε ιερά άλλων θεών.Όμως οι Νύμφες δεν είχαν δράση πάντοτε ευεργετική για τους θνητούς κι υπήρχαν φορές που προκαλούσαν μεγάλο κακό. Αν, για παράδειγμα, τύχαινε να δει κανείς μια Νύμφη την ώρα που έκανε το λουτρό της μέσα στην πηγή, έχανε τα λογικά του. Ήταν, όμως, και γενικότερα ικανές να προκαλέσουν σύγχυση του νου στους θνητούς και να τους κάνουν τρελούς. Οι άνθρωποι που καταλαμβάνονταν από έκσταση κι ενθουσιασμό, έφευγαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά, όπου κρύβονταν μέσα σε σπηλιές.
Οι Νύμφες έχουν επιζήσει στη λαϊκή μας παράδοση μέχρι σήμερα· είναι οι γνωστές μας νεράιδες, που ζουν στα βουνά, στις νεραϊδοσπηλιές και τις νεραϊδόβρυσες. Θεωρείται πάντοτε επικίνδυνο να τις συναντήσει κανείς, αφού υπάρχουν ακόμη οι μύθοι για τους "νεραϊδοπαρμένους", όπως ήταν ο Ύλας στην αρχαιότητα. Μόνο οι σαββατογεννημένοι και "αλαφροΐσκιωτοι" μπορούν να τις αντιλαμβάνονται και να τις βλέπουν να χορεύουν.Τελειώνοντας, αξίζει να τονίσουμε για μια φορά ακόμη το ότι οι Νύμφες λατρεύονταν ως στοιχεία των πηγών και των ποταμών, δηλαδή γενικότερα του νερού. Η σημασία του νερού ως δύναμη ζωής και γονιμότητας είναι μεγάλη και ζωτική σε μια μεσογειακή χώρα, όπως είναι η Ελλάδα. Το νερό είναι πηγή ζωής και βοηθά την ανάπτυξη και αναζωογονεί κάθε ζωντανό οργανισμό. Γι' αυτό και η αντίληψη για τις Νύμφες διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο: έφτασαν να τις θεωρούν πνεύματα της βλάστησης, θέλοντας έτσι να συμβολίσουν γενικότερα την οργιαστική δύναμη της φύσης. Κι όπως το νερό τρέφει τα πάντα, έτσι και οι Νύμφες θεωρούνταν τροφοί των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων.
* * * *
"Οι Νύμφες και ο Σάτυρος" . Πίνακας του W.Bovgvereav, 1873

Διαβάστε περισσότερα: http://www.ellinikoarxeio.com/2010/11/hellenic-mythology-of-nymphs.html#ixzz2EYTLapYD
Δευτέρα 23 Απριλίου 2012
Λαμπρός εορτασμός της 190ης επετείου του Ολοκαυτώματος της Νάουσας
Παρουσία του γ.γ του υπουργείου ανάπτυξης κ. Χατζηκωνσταντίνου (ο οποίος όμως αποχώρησε στα… μισά της παρέλασης) των βουλευτών κ. Σιδηρόπουλου και Τόλκα, του αντιπεριφερειάρχη Ημαθίας κ. Καραπαναγιωτίδη, του Διοικητού του Β΄ΣΣ Ανγου κ. Τόπη, του δημάρχου Νάουσας κ. Καραμπατζού, της δημάρχου Βέροιας κ. Ουσουλτζόγλου, του διοικητή της ΙΜΠ Υπγου κ. Βερίγου, των περιφερειακών συμβούλων κ. Μπατσαρά, Μπαλτατζίδου και του κ. Σαρηγιαννίδη, δημοτικών συμβούλων, εκπροσώπων των
στρατιωτικών αρχών και των σωμάτων ασφαλείας, εκπροσώπων φορέων και συλλόγων, η Νάουσα τίμησε την Κυριακή 22 Απριλίου την 190η επέτειο του Ολοκαυτώματός της. Το πρωί στον Καθεδρικό Μητροπολιτικό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος τελέστηκε Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία και Δοξολογία προεξαρχόντων των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονα, Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμά και Σιατίστης και Σισανίου κ. Παύλου. Ακολούθως στον χώρο θυσίας των 13 Ναουσαίων ηρωίδων γυναικών, στο βάραθρο των Στουμπάνων, τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση για τους ηρωικώς πεσόντες του Ολοκαυτώματος, ο πανηγυρικός της ημέρας από τον κ. Θωμά Μπλιάτκα, ρίψη στεφάνου στο βάραθρο από τον κ. Χατζηκωνσταντίνου και κατάθεση στεφάνων από τους επίσημους στο άγαλμα των ηρωίδων. Την αναπαράσταση της θυσίας έκαναν κοπέλες του «Πυρσού» και της «Αράπιτσας», ενώ έψαλλαν οι χορωδοί του Ωδείου Νάουσας. Τιμές απέδωσαν οι μπάντες της ΦΕΝ και της Δημοτικής Φιλαρμονικής Λαμίας, καθώς και του Β΄ΣΣ. Η πομπή κλήρου και λαού μετέβη κατόπιν στον χώρο του μαρτυρίου των 1241 Νεομαρτύρων της Νάουσας, όπου ακούστηκε μελοποιημένη η ραψωδία του ποιητή μας κ. Μπρούχου για τον χαλασμό της Νάουσας. Οι εκδηλώσεις έκλεισαν με την παρέλαση των πολιτιστικών συλλόγων, των σχολείων, των Προσκόπων, του ΕΟΣ, και ενόπλων τμημάτων ανδρών της Β΄ΜΚ και της Σχολής Δοκίμων Αστυφυλάκων.
Απόσπασμα: http://vimeo.com/40816944
ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ
Πανηγυρικός που εκφωνήθηκε στις 22 Απριλίου 2012 για την 190η επέτειο του Ολοκαυτώματος της Νάουσας, από τον κ. Μπλιάτκα Θωμά, Διευθυντή του ΤΟΕΒ Νάουσας και συγγραφέα του βιβλίου «Νάουσα-Νιάουστα».
Βρισκόμαστε σήμερα εδώ όλοι μαζί, ευλαβικοί προσκυνητές, σε ένα αιώνιο σύμβολο θυσίας και ηρωισμού, στους καταρράκτες των Στουμπάνων, για να αποδώσουμε τιμή, στους 1241 εθνομάρτυρες και οσιομάρτυρες που κατεσφάγησαν υπέρ πίστεως και πατρίδος από τους Τούρκους κατακτητές του αιμοδιψή Στρατάρχη Αμπού Λουμπούτ, στους ανώνυμους ή επώνυμους αγωνιστές και πολίτες που έπεσαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης και τέλος, στις 13 καταδιωκόμενες Ναουσαίες, οι οποίες μην μπορώντας να βρουν διέξοδο, πιασμένες χέρι-χέρι έπεσαν στον καταρράκτη μαζί με τα βρέφη που είχαν στην αγκαλιά τους. Εδώ στο βάραθρο που ξανοίγεται μπροστά μας, διαδραματίστηκε μια κορυφαία πράξη ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αυτοθυσίας για την αποφυγή της σκλαβιάς και της ατίμωσης.
Την Κυριακή της Ορθοδοξίας, στην Ελεύθερη Μητρόπολη των χριστιανών της πέραν του Αξιού Μακεδονίας (όπως αποκαλούσε τη Νάουσα ο Γάλλος ιστορικός Φρανσουά Πουκεβίλλ) και στον τότε μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου, τελούνταν λειτουργία και είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός κατοίκων, οπλισμένων και άοπλων, μικρών και μεγάλων, αντρών και γυναικών. Μετά το πέρας της λειτουργίας, ο πρωτοσύγκελος Ζαχαρίας και ο άρχοντας Ζαφειράκης, προέτρεψαν τους Ναουσαίους στον ιερό υπέρ της πατρίδας και πίστης αγώνα. Η σημαία της λευτεριάς με τον αναγεννώμενο φοίνικα και την επιγραφή «Εν Τούτω Νίκα» από τη μία πλευρά και την επιγραφή «Μάχου Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» από την άλλη, ξεδιπλώθηκε, και σύσσωμοι λαός και άρχοντες την τοποθέτησαν έξω από την εκκλησία. Είναι αδύνατο να περιγραφεί η γενική συγκίνηση που είχε καταλάβει το πλήθος. Και όση ώρα μιλούσαν ο πρωτοσύγκελος Ζαχαρίας και ο Ζαφειράκης, επικρατούσε απόλυτη ησυχία, αλλά όταν ο ιερέας σήκωσε στα χέρια του το ιερό λάβαρο, ο ενθουσιασμός όλων εκδηλώθηκε με ζητωκραυγές, φωνάζοντας ότι με μεγάλη τους χαρά προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να προδώσουν την ελπίδα του Έθνους για απελευθέρωση. Ακόμα και από το γυναικωνίτη ακούγονταν φωνές ενθουσιασμού που έδειχναν το ηρωικό φρόνημα εκείνων που στη συνέχεια θα έγραφαν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ιστορίας της ελληνικής επανάστασης. Το σύνθημα «με τις σιουσιάρκες θα κυνηγήσουμε το Λουμπούτη και τ’ ασκέρι του» μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα, δημιουργώντας ένα απερίγραπτο κλίμα ενθουσιασμού και συγκίνησης.
Η επανάσταση ξεκινά. Στην εκκλησία της Ελεούσης που τώρα αποκαλείται Μοναστήρι του Δοβρά, γίνεται το πρώτο πολεμικό συμβούλιο. Στο συμβούλιο αυτό δε μετείχαν μόνο αρχηγοί και στρατιωτικοί της Νάουσας, αλλά οπλαρχηγοί από τον Όλυμπο και εκπρόσωποι άλλων πόλεων που ετοιμάζονταν να ξεσηκωθούν, όπως από την Καστοριά ο Γιάννης Βαρβαρέσκος, από τη Σιάτιστα ο Νιόπλιος, από την Έδεσσα ο Παναγιώτης Ναούμ και άλλοι από άλλες πόλεις, με θέμα συζήτησης τη γενική εξέγερση όλων των πόλεων, το συντονισμό του αγώνα και την κατάληψη της Βέροιας.
Η πρώτη επίθεση των επαναστατημένων Ναουσαίων γίνεται προς την Βέροια, με σχέδιο που ήταν τέλεια οργανωμένο και η διαθέσιμη δύναμη των 1800 ανδρών ήταν αρκετή για την επιτυχία της αποστολής. Δυστυχώς όμως, κατά τη διάρκεια της επίθεσης, αστάθμητοι παράγοντες και το ότι στα μέσα της νύχτας έμαθαν ότι έφτανε στην πόλη, από τη Θεσσαλονίκη, πολυάριθμο τουρκικό σώμα, τους ανάγκασε να υποχωρήσουν το ξημέρωμα, για να μην περικυκλωθούν.
Μετά την αποτυχημένη επίθεση για την κατάληψη της Βέροιας, οι Ναουσαίοι δεν έχασαν το ηθικό τους, ενίσχυσαν τις θέσεις τους και αισιοδοξούσαν ότι σύντομα θα ερχόταν η βοήθεια που περίμεναν από την ελεύθερη Ελλάδα. Αντί γι’ αυτό όμως πληροφορήθηκαν από τους Ολύμπιους οπλαρχηγούς ότι η βοήθεια δε θα έφτανε ποτέ, εξαιτίας των ανόητων χειρισμών του διορισμένου από τον Δημήτριο Υψηλάντη, αρχηγού της Επανάστασης, Γρηγόρη Σάλα. Οι Ολύμπιοι όμως ήρθαν και βοήθησαν στον αγώνα.
Οι συγκρούσεις των επαναστατημένων Ναουσαίων με τον Τουρκικό στρατό στην περιοχή του Δοβρά, προκάλεσαν τεράστιες απώλειες στο στράτευμα του Αμπού Λουμπούτ. 1300 νεκροί Τούρκοι και πολλοί περισσότεροι τραυματίες έναντι 13 νεκρών και 40 τραυματιών Ναουσαίων, ήταν το αποτέλεσμα που ενεθάρρυνε ακόμη περισσότερο το φρόνημα των επαναστατών. Η επιτυχία αυτή έδωσε μεγάλη χαρά στους επαναστατημένους Ναουσαίους, ειδικά όταν επιστρέφοντας στη Νάουσα ο Καρατάσος, έφερε μαζί του ως τρόπαιο δύο τούρκικες σημαίες.
Ο Αμπού Λουμπούτ, αντιλαμβανόμενος την ισχύ των εμπειροπόλεμων Ναουσαίων και προνοώντας να μην πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις η επανάσταση, επειδή συμφώνα με τις πληροφορίες που του μετέφεραν, η Νάουσα ήταν το κέντρο των επαναστατικών κινήσεων, πήρε απόφαση και στρατολόγησε άτακτα στίφη (βασιβοζούκους), υποσχόμενος σε αυτούς άφθονη και εύκολη λεία. Στη δελεαστική αυτή πρόσκληση του Στρατάρχη ανταποκρίθηκαν πολλοί από της γύρω περιοχές που ήλπιζαν στον εύκολο πλουτισμό, ικανοποιώντας και τις αρπακτικές τους διαθέσεις. Έτσι συγκεντρώθηκαν 10.600 άτακτοι που ενωμένοι με τον τακτικό στρατό ανέβαζαν την τουρκική δύναμη σε 20.600 άνδρες.
Οι επαναστατημένοι Ναουσαίοι, βλέποντας να έρχονται προς αυτούς όλες οι δυνάμεις του Στρατάρχη, υποχώρησαν με τάξη στα υψώματα και τους γύρω λόφους και οχυρώθηκαν στα γνωστά και ασφαλή γι’ αυτούς μέρη της Κουτίχας και της Σμίξης. Οι κάτοικοι της γύρω περιοχής, προαισθανόμενοι τους κινδύνους που πλησίαζαν, άλλοι έφευγαν και κατευθύνονταν προς τα Γιαννιτσά ή τη Θεσσαλονίκη και άλλοι μέσα στην ασφάλεια που παρείχαν τα τείχη της Νάουσας. Η πόλη ήταν ασφαλής ακόμα και η πολεμική ιστορία των Ναουσαίων παρείχε περισσότερη ασφάλεια σε όλους όσους συγκεντρώνονταν μέσα σε αυτήν.
Οι Οπλαρχηγοί της Νάουσας άμεσα αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να είναι πανέτοιμοι για την ημέρα που ο Στρατάρχης θα έκανε επίδειξη της δύναμής του επιτιθέμενος στην επαναστατημένη πόλη της Νάουσας. Έτσι ομοφώνα αποφάσισαν ότι: α) ο Τάσος Καρατάσος μαζί με τον Φίλιππο Ζαφειράκη θα κρατούσαν και θα υπεράσπιζαν την Κουτίχα, τον Παλιοκαλιά και τα χαμηλά μέρη της Σμίξης. β) Ο Δημήτρης Καραμήτσιος, μαζί με τον Αργύρη Καραμπατάκη τις πλαγιές γύρω από το λόφο της Γάστρας. γ) Ο Δημήτρης Καρατάσος την Πλακένια. δ) Ο Δημήτρης Σιούγκαρης και ο αδελφός του Κωνσταντίνος την περιοχή μεταξύ της Γάστρας και της πλαγιάς του Προδρόμου. ε) Ο Δεληγιάννης Πιτσιάβας τα υψώματα της Ρουντίνας και την κοιλάδα του Γύμνοβου. στ) Ο Γάτσος το μοναστήρι του Προδρόμου και το Κουκούλι. ζ) ο Λάζος Ραμαντάνης με τον αδελφό του, Θωμά, και τον Καμπίτη, το Σπήλαιο, τη Βεροιώτικη, τη γέφυρα στα Μπατάνια και τη γέφυρα στο Κιόσκι. η) Ο Ζαφειράκης με τον Γιαννάκη Καρατάσο την Κούλα, τον πύργο του Ζαφειράκη και μέσα στην πόλη.
Οι εχθροπραξίες και η στενή πολιορκία της πόλης δεν άργησε. Οι Τούρκοι επιτίθενται επανηλλειμένα, αλλά οι προσπάθειές τους δεν καρποφορούν. Οι επιθέσεις αντιμετωπίζονται ηρωικά από τα παλληκάρια της Νάουσας και όλων εκείνων των παλληκαριών που στρατεύτηκαν μαζί τους για την ελευθερία της πατρίδας.
Μπροστά στον κίνδυνο της αποτυχίας και αναλογιζόμενος τις απώλειές του ο Τούρκος Στρατάρχης, προτείνει στον Ζαφειράκη και στους Ναουσαίους να του παραδώσουν την πόλη δίνοντας υπόσχεση για γενική αμνηστία και χάρη για τα όσα είχαν γίνει, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Οι Ναουσαίοι αρνούνται. «Δεν πιστεύουμε στα λόγια των Μουσουλμάνων, είμαστε και θα παραμείνουμε επαναστάτες» είναι η απάντησή τους. «Πέτρα στην πέτρα να μην μείνει» διατάζει ο Τούρκος στρατάρχης τους στρατιώτες του και υπόσχεται το 10% από τις περιουσίες των Ναουσαίων στον πρώτο στρατιώτη που θα πατήσει το πόδι του μέσα στην πόλη.
Συνεχείς βομβαρδισμοί και αλλεπάλληλες επιθέσεις…, αλλά η Νάουσα ακόμη βαστάει. Το «Χριστός Ανέστη» έγινε μέσα σε πυροβολισμούς και συρράξεις σε όλο το μήκος του τείχους και των πυλών. Τα ντουφέκια άρχισαν και αχρηστεύονταν από την πολύ χρήση και ελπίδα βοήθειας για τους πολιορκημένους επαναστάτες δεν υπήρχε καμία.
Την Τρίτη μέρα του Πάσχα, δεν έγινε καμία άλλη κίνηση ή εχθροπραξία, πλήρης ησυχία και στασιμότητα. Μόνο τα βήματα των περιπόλων που κινούνταν στους δρόμους της πόλης ακούγονταν μέσα σε αυτή την απόλυτη ησυχία. Πρωτόγνωρο συναίσθημα για τους πολιορκημένους Ναουσαίους που όλες αυτές τις μέρες είχαν συνηθίσει στο καθημερινό και ακατάπαυστο άκουσμα πυροβολισμών και φωνών. Μια αόριστη δυσφορία και αγωνία άρχισε να κυριεύει όλους που προαισθάνονταν ότι κάτι κακό θα συνέβαινε.
Στις πέντε το πρωί, της επόμενης μέρας, ο τουρκικός στρατός περνούσε από την πύλη του Αγίου Γεωργίου κατά εκατοντάδες, σκοτώνοντας όλη την εκεί φρουρά. Ο Διαμαντής Ολύμπιος με τα παλληκάρια του που ήταν εκεί κοντά, ακόμη αντιστέκονταν και πολεμώντας πέρασαν μέσα από τους δρόμους της πόλης και έφτασαν στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου. Οι Αδελφοί Σιούγκαρη, που φρουρούσαν στην πύλη του Κιοσκιού, έφτασαν, αμέσως, μαζί με 85 παλληκάρια τους και συγκρούσθηκαν με τους Τούρκους στην πύλη της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου. Οι περισσότεροι από αυτούς έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι και οι Σιουγκαραίοι, τελικά, οδηγήθηκαν και αυτοί, όπως και ο Διαμαντής, στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου. Η πόλη ολόκληρη είχε γεμίσει από Τούρκους στρατιώτες και άτακτα πλήθη πλιατσικολόγων που ακολουθούν πάντα τα επιτιθέμενα στρατεύματα. Αποπνικτικό το κλίμα που επικρατούσε μέσα στην πόλη: φωνές, πυροβολισμοί, κλάματα, κρότοι και ότι άλλο ακολουθεί, όταν αλωθεί μία πόλη από βαρβάρους.
Ένα-ένα τα αμυντικά αναχώματα στην πόλη πέφτουν, στον άγιο Δημήτρη, στο Κιόσκι, στον Πύργο του Ζαφειράκη… Ακολουθεί ηρωική έξοδος και τέλος φωτιά στην πυριτιδαποθήκη.
Οι μάχες συνεχίζονται μέρα νύχτα στους δρόμους, στα καλντερίμια, στις όχθες της Αράπιτσας. Οι γυναίκες της Νάουσας αποδείχθηκαν το ίδιο ηρωικές. 13 Ναουσαίες μετά από καταδίωξη Τούρκων στρατιωτών, θέλοντας να αποφύγουν την ατίμωση που τις περίμενε, εάν συλλαμβάνονταν, προτίμησαν το θάνατο και πιασμένες χέρι-χέρι έπεσαν στον καταρράκτη μαζί με τα βρέφη που είχαν στην αγκαλιά τους. Την ίδια στιγμή που οι σφαγές και οι λεηλασίες συνεχίζονταν μέσα στην πόλη, ο στρατάρχης διέταξε τη σφαγή στο Κιόσκι όλων των αντρών αιχμαλώτων που ήταν ηλικίας μεταξύ των 15 και 65 ετών. Η αποτρόπαια διαταγή, εκτελέσθηκε πιστά. Στους 1241 φτάνει ο αριθμός των σφαγμένων στο Κιόσκι της Νάουσας. Όσοι οδηγούνταν για να θανατωθούν, στην αρχή τους ρωτούσαν το ονοματεπώνυμο, την ηλικία και το επάγγελμά τους, τελευταία και καθοριστικά ρωτούσαν, αν θέλουν να αλλαξοπιστήσουν και να ασπαστούν τον Ισλαμισμό. Σε περίπτωση άρνησής τους οδηγούνταν αμέσως στο δήμιο ο οποίος αφού τους ξεγύμνωνε, τους αποκεφάλιζε μπροστά στο στρατάρχη που καθόταν εκεί και παρακολουθούσε όλη τη σφαγή.
Η σφαγή συνεχίστηκε, τα πάντα λεηλατήθηκαν, κάηκαν, καταστράφηκαν. Χιλιάδες έλληνες σφαγιάστηκαν, οι γυναίκες και τα παιδιά αιχμαλωτίστηκαν για να γίνουν σκλάβοι. Όπως και στην Κασσανδρεία, η πρώτη σφαγή έγινε από τους Τούρκους μέσα στην ορμή της νίκης, αλλά μετά από αυτούς ήρθαν οι Εβραίοι οι οποίοι τους ξεπέρασαν σε φρικαλεότητες, έσφαζαν σα μοσχάρια τους αιχμαλώτους οι οποίοι ήταν άοπλοι και ανυπεράσπιστοι.
Η Νάουσα πάρθηκε…. Μα, σα να μην έφτανε αυτό, ακόμη πενήντα χωριά παραδόθηκαν στις φλόγες και όσους από τους κατοίκους συλλάμβαναν, τους έσφαζαν επιτόπου. Την ίδια τύχη είχαν τα μοναστήρια και τα εξωκλήσια που βρίσκονταν στα περίχωρα της Νάουσας.
Μας πάτησαν, μας χάλασαν τη Νάουσα, την πολυξακουσμένη……, λέει το δημοτικό μας τραγούδι.
Από τα επόμενα χρόνια, μέχρι και σήμερα, ο χαμός και η θυσία της Νάουσας, συμβολίζει για πάντα την αδούλωτη ελληνική ψυχή και ως τέτοιο σύμβολο δεν θα χαθεί ποτε, γιατι τα σύμβολα αυτά είναι που κρατούν ζωντανά τα έθνη και δημιουργούν οράματα για το μέλλον. Θεωρούμε χρέος μας να κρατήσουμε ζωντανά στη μνήμη μας το δοξασμένο παρελθόν μας. Αυτό το χρέος εκπληρώνουμε σήμερα εδώ στο χώρο των Ηρωίδων, επιδεικνύοντας το σεβασμό που οφείλουμε εμείς οι απόγονοι, σε αυτούς που υποχρέωσαν με τις πράξεις και τη θυσία τους να σταθεί με ευλάβεια μπροστά τους όλος ο σύγχρονος κόσμος, που σε ανταπόδοση της θυσίας αυτής, η ελληνική πολιτεία έδωσε τον τιμητικό τίτλο της Ηρωικής πόλης στη Νάουσά μας.
Υποσχόμαστε από τον Ιερό αυτό χώρο των Στουμπάνων, πως η θυσία τους δεν πήγε χαμένη και αν ποτέ χρειαστεί να γράψουμε μια νέα σελίδα στην ιστορία του τόπου αυτού, ως γνήσιοι απόγονοί τους, θα το πράξουμε χωρίς κανέναν δισταγμό.
Νάουσα, Νιάουστα από την ίδρυση της μέχρι και το ολοκαύτωμα της (1383-1822)
Το βιβλίο παρουσιάστηκε από τους δημοσιογράφους Χρήστο Μπλατσιώτη και Μιμή Δεινοπούλου, ενώ την επιμέλεια της εκδήλωσης είχε η πολιτιστική εταιρία «Αριστοτέλης».
Χαιρετισμούς απηύθυναν ο δήμαρχος Νάουσας Τάσος Καραμπατζός, ο πρόεδρος της ΚΕΠΑΠ Βασίλης Τζώρτζης και ο πρόεδρος του "Αριστοτέλη" Γιάννης Ευθυμιάδης.
Ο κ. Καραμπατζός συνεχάρη τον Θωμά Μπλιάτκα για το βιβλίο, δηλώνοντας πως η παρουσίαση θα έπρεπε να ενταχθεί στις εκδηλώσεις του ολοκαυτώματος, Ο κ. Τζώρτζης χαρακτήρισε αδελφό του τον κ. Μπλιάτκα, ενώ για το βιβλίο είπε πως είναι "δωρικό, λιτό, ουσιαστικό, βατό, με συνέχεια, με λογική, που δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη, με τη σχετική βιβλιογραφία, να κάνει συγκρίσεις" και "πολύ αξιόλογο". Προέτρεψε μάλιστα τον συγγραφέα να γράψει και δεύτερο.
Από την πλευρά του ο κ. Ευθυμιάδης ευχαρίστησε τον κ. Μπλιάτκα, καθώς τα έσοδα του βιβλίου θα πάνε για τη διάσωση του κτιρίου Μούγγρη, ενώ ο συγγραφέας ανακοίνωσε ότι το βιβλίο διατίθεται ελεύθερα και στο διαδίκτυο. (http://books.google.gr/books?id=S3qdK6x1UMUC&lpg=PP1&hl=el&pg=PP1#v=onepage&q&f=false)
Ο Χρήστος Μπλατσιώτης τόνισε, ότι το βιβλίο, έχοντας ως σημείο αναφοράς του το ολοκαύτωμα της Νάουσας, "σηκώνει μεγάλη κουβέντα", ενώ η Μιμή Δεινοπούλου το χαρακτήρισε "σημαντική και τεκμηριωμένη έρευνα", που μαρτυρά την ιδιαίτερη αγάπη του συγγραφέα για τον τόπο του.
Ο Θωμάς Μπλιάτκας είπε ότι οι λόγοι που τον οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου ήταν η διαφωνία του με τον Στουγιαννάκη και τον κ. Νίκο Σπάρτση ότι η Νάουσα προδόθηκε από τον Μάμαντη, αλλά και η επιθυμία του να μάθουν την τοπική ιστορία οι νέοι, μέσα από ένα κατανοητό έργο, γραμμένο στη σύγχρονη γλώσσα.
Από πλευράς επισήμων διακρίναμε όπως προαναφέραμε το δήμαρχο Νάουσας Τάσο Καραμπατζό, την περιφερειακή σύμβουλο Δώρα Μπαλτατζίδου, τους Αντιδημάρχους κ. Βαδόλα, Ιτσκάρα και Μαραντίδη, τους δημοτικούς συμβούλους κ. Γιαννούλη, Καρυδά και Τζώρτζη, πρόεδρους πολιτιστικών συλλόγων και πολύς κόσμο.
Μετά την παρουσίαση ακολούθησε σύντομη συζήτηση.








